5 Μαρ 2026

Middle East Quagmire

 

Quagmire: Μια ελώδης περιοχή όπου το έδαφος υποχωρεί στο κάθε βήμα. Μεταφορικά στις Διεθνείς Σχέσεις: Μια αδιέξοδη, συγκρουσιακή κατάσταση από την οποία δεν μπορούν να υπάρξουν νικητές και ηττημένοι ενώ δεν διαφαίνεται η ύπαρξη ρεαλιστικής, μακροπρόθεσμης λύσης.

 

Η πολεμική ανάφλεξη στην Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τους αεροπορικούς και πυραυλικούς βομβαρδισμούς που εξαπέλυσαν ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ήδη βρίσκεται στην έκτη ημέρα της χωρίς να διαφαίνεται κάποια ρεαλιστική στρατηγική εξόδου από αυτήν. Νομοτελειακά, κάποια στιγμή οι βομβαρδισμοί και οι πολεμικές επιχειρήσεις θα λάβουν τέλος πλην όμως, δεν διαφαίνεται ποιο θα είναι το μακροπρόθεσμο σημείο ισορροπίας στην περιοχή. Το Ιράν κυβερνάται επί της ουσίας από μια θεοκρατική δικτατορία και ως γνωστόν, τα απολυταρχικά καθεστώτα δεν παραμερίζονται ησύχως διότι οι μετέχοντες σε αυτά γνωρίζουν πολύ καλά ότι η απομάκρυνση από την εξουσία, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ισούται με θάνατο για αυτούς. Τα καθεστώτα αυτά ανατρέπονται μόνο κατόπιν αιματηρών λαϊκών εξεγέρσεων (βλέπε ανατροπή Τσαουσέσκου στη Ρουμανία το 1989, ανατροπή του Σάχη της Περσίας το 1979, ανατροπή Καντάφι στη Λιβυή το 2011, κλπ.). Αυτό σημαίνει ότι, όσους ανώτατους και ανώτερους αξιωματούχους και αν εξολοθρεύσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, αν δεν υπάρξει, είτε στρατιωτική παρέμβαση στο έδαφος (boots on the ground) ή ένοπλη λαϊκή εξέγερση εντός του Ιράν ή παρακίνηση σε εξέγερση άλλων εθνοτικών ομάδων (βλέπε Κούρδοι), δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν.

 

Σε κάθε περίπτωση, το Modus Operandi της διακυβέρνησης Trump, αλλά εν τέλει και διαχρονικά των ΗΠΑ, δεν πιστεύω ότι στοχεύει ή ενδιαφέρεται για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Η επιχείρηση στην Βενεζουέλα έδειξε ότι αυτό για το οποίο ενδιαφέρονται οι ΗΠΑ είναι συνομιλητές οι οποίοι να κάνουν ακριβώς αυτό το οποίο τους υπαγορεύεται. Ο κυρίαρχος στόχος των ΗΠΑ αυτή την στιγμή είναι η χρήση της σκληρής τους ισχύος προκειμένου να εκδιώξουν την επιρροή της Κίνας από γεωγραφικές περιοχές τις οποίες θεωρούν ότι τους ανήκουν. Ο στόχος αυτός περιβάλλεται με τον απαραίτητο δημαγωγικό μανδύα τον οποίο περίτεχνα υφαίνει ο πρόεδρος Trump, ο οποίος ως άνθρωπος του reality TV o ίδιος, γνωρίζει πολύ καλά ότι η σύγκρουση και η πόλωση φέρνει τηλεθέαση και εν τέλει ψήφους. Πρόκειται άλλωστε για την, από αρχαιοτάτων χρόνων, προσπάθεια της κρατικής αρχής περί ηθικής νομιμοποίησης στα μάτια των πολιτών ρεαλιστικών στόχων και επιδιώξεων.

 

Η μεταπολεμική ιστορία των ΗΠΑ βρίθει από δεκάδες επεμβάσεις σκληρής στρατιωτικής ισχύος σε διάφορες περιφερειακές συγκρούσεις. Η διαφορά του τότε με το σήμερα είναι ότι, στο παρελθόν, κατά τις επεμβάσεις αυτές οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να διατηρήσουν, έστω και στους τύπους, ένα ηθικό πλεονέκτημα. Καταβάλλονταν μια ειλικρινή προσπάθεια να καλυφθούν υπό έναν ιδεαλιστικό μανδύα οι κατά τόπους επεμβάσεις. Οι λόγοι διέφεραν διαχρονικά (αποτροπή κομμουνιστικής εξάπλωσης – domino effect, δικαίωμα δημοκρατικής εξάπλωσης και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων– the right to protect, προστασία από την παγκόσμια τρομοκρατία, κλπ.) αλλά οι απώτεροι στόχοι της προσπάθειας αυτής ήταν πάντα δύο. Αφενός η συγκρότηση όσο το δυνατόν ευρύτερων, έστω και τυπικών, συμμαχιών και αφετέρου, η προσπάθεια νομιμοποίησης και ηθικής κάλυψης στα μάτια της εγχώριας και παγκόσμιας κοινής γνώμης, ρεαλιστικών κρατικών στόχων των ΗΠΑ. Σήμερα, η διακυβέρνηση Trump έχει εγκαταλείψει όλα τα προσχήματα και δρα με απροκάλυπτο ρεαλισμό. Αυτό αποτελεί ένα σοκ για τον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο ο οποίος είχε μάθει να ζει υπό την προστασία των ΗΠΑ. Οι δυτικές κρατικές οντότητες είχαν πράξει δηλαδή το ιστορικά ασυγχώρητο λάθος, να βασίσουν την ασφάλεια των κρατών τους σε εξωτερικούς παράγοντες ισχύος (εξωτερική εξισορρόπηση) αντί να φροντίσουν στο μέτρο των δυνατότητων τους τις δικές τους πηγές ισχύος (εσωτερική εξισορρόπηση).

 

Εξετάζοντας, κατά Kenneth Waltz, το πολεμικό φαινόμενο στις τρεις του διαστάσεις, δηλαδή στο ατομικό, κρατικό και συστημικό επίπεδο (Man, the State and War), θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τα τεκταινόμενα υπό τρία διαφορετικά πρίσματα. Στο επίπεδο του ατόμου, έχουμε καταρχήν τον Donald Trump και δευτερευόντως, τον Benjamin Netanyahu ως τους κυριάρχους παίκτες. Αφελώς πολλοί σχολιαστές θεωρούν ευθέως ή υπαινίσσονται ότι ο Trump δεν έχει σώας τας φρένας όπως παρομοίως υπήρχε ο ίδιος υπαινιγμός για τον Αδόλφο Χίτλερ στο παρελθόν. Δεν υφίσταται, φυσικά, μεγαλύτερη πλάνη από αυτήν. Ο Donald Trump αποτελεί την κλασσική περίπτωση alfa type male ο οποίος μεγάλωσε στην σκιά μιας πολύ δυναμικής και καταπιεστικής πατρικής φιγούρας. Σε ένα ανταγωνιστικό οικογενειακό περιβάλλον, το μόνο το οποίο μετρούσε ήταν η χειροπιαστή επιτυχία όπου η δεύτερη θέση σήμαινε το απόλυτο μηδέν. Δεν είχε σημασία ο τρόπος και οι μέθοδοι τους οποίους κανείς μετερχόταν προκειμένου να υπάρξει αυτή η επιτυχία. Ένα άλλο μάθημα το οποίο ο νεαρός Trump έμαθε σχετικά νωρίς είναι ότι ποτέ δεν απολογούμαστε και δεν παραδεχόμαστε τα λάθη μας. Η αλήθεια είναι σχετική έννοια και επικρατεί πάντοτε η εκδοχή του ισχυρού ή του φαινομενικά ισχυρού. Fake ittill you make it, με άλλα λόγια. Προσθέτοντας σε αυτό μια πολύ ισχυρή ναρκισσιστική προσωπικότητα (βλέπε και Λουδοβικό 14οThe Sun King «Το κράτος είμαι εγώ»), μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί ότι ο Donald Trump δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό ως προς την υλοποίηση εκείνων των κρατικών στόχων τους οποίους ο ίδιος συνδέει με την υστεροφημία και το εγώ του. Δεν διστάζει να υιοθετήσει σε πλήρη βαθμό το δόγμα της θεωρίας του τρελού που πρώτος ο Nixon περιέγραψε και που ο Trump έχει αναγάγει σε επιστήμη. Μέσα από απρόβλεπτες και φαινομενικά στερούμενες λογικής αποφάσεις του, επιχειρεί να καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την ανάγνωση των πραγματικών του προθέσεων.  

 

Ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ Benjamin Netanyahu είναι ένα πολύ έξυπνο και οξυδερκές άτομο το οποίο εγκαίρως έχει διαγνώσει τα σημεία της προσωπικότητας του προέδρου Trump τα οποία μπορεί να χειραγωγήσει προς όφελος του Ισραήλ. Ο Netanyahu βρίσκεται και ο ίδιος στην δύση της πολιτικής του καριέρας και φυσικά ενδιαφέρεται να καταστήσει την υστεροφημία του εφάμιλλή αν όχι ανώτερη του Ben Gurion και της Golda Meir. Αντιμέτωπος με διάφορα προβλήματα ενώπιον της δικαιοσύνης και με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Hamas το 2023, επιδιώκει μέσω της προβολής απεριόριστης σκληρής ισχύος την οριστική λύση του ζητήματος ασφαλείας του κράτους του Ισραήλ.  

 

Σε επίπεδο θεσμών, το φαινόμενο των διαδοχικών πολεμικών επιχειρήσεων του Trump είναι πολύ εύκολο να εξηγηθεί και βεβαίως, δεν είναι πρωτοφανέρωτο στην ανθρώπινη ιστορία. Η υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε εκτελεστικό επίπεδο δεν είναι κάτι για το οποίο ευθύνεται ο Trump, αλλά είναι μια διεργασία από την οποία μετήλθε η αμερικανική δημοκρατία μεταπολεμικά. Με την ανακάλυψη και χρήση της πυρηνικής βόμβας, οι προεδρικές εξουσίες στις ΗΠΑ ενισχύονταν σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου. Ο Trump βρήκε αυτό το πλαίσιο και το εκμεταλλεύτηκε με έναν τρόπο ο οποίος, κακώς, θεωρούνταν αδιανόητος. Δεν θα έπρεπε να θεωρείται αδιανόητος όμως, διότι σε ένα αυτοκρατορικό σύστημα διακυβέρνησης, μπορεί κανείς να έχει άριστους αυτοκράτορες και κυβερνήτες (Αύγουστος, Αδριανός, Τραϊανός, Μάρκος Αυρήλιος, Φρειδερίκος ο Μέγας, Ελισάβετ Α΄, Μέγας Πέτρος, Μέγας Αλέξανδρος, κλπ.), μπορεί όμως να έχει και πολύ κακούς κυβερνήτες (Νέρωνας, Καλιγούλας, Κλαύδιος Β΄, Αδόλφος Χίτλερ, Ιωσήφ Στάλιν, κλπ.). Αυτή την στιγμή, η αμερικανική δημοκρατία παραπατάει και θυμίζει περισσότερο τα τελευταία στάδια της Ρωμαϊκής δημοκρατίας πριν αυτή καταστεί δικτατορία στην αρχή και αυτοκρατορία στην συνέχεια. Τα νομοθετικά σώματα και ιδίως η Γερουσία, βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο του Trump και το ίδιο συμβαίνει εν πολλοίς και με το ανώτατο δικαστήριο (αν και το τελευταίο έδωσε κάποια σημάδια ζωής εσχάτως). Το σύστημα εσωτερικής προπαγάνδας και ψυχολογικών επιχειρήσεων το οποίο με μαεστρία έχει στήσει το σύστημα Trump είναι εφάμιλλο των ψυχολογικών μεθόδων τις οποίες μετερχόταν ο Goebbels κατά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην Γερμανία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, επικρατεί έντονος φόβος και ουδείς γνωρίζει ή θέλει να διαπιστώσει τις συνέπειες εναντίωσης στον πρόεδρο και στο σύστημα διακυβέρνησης που αυτός έχει εγκαθιδρύσει. Κανείς δεν είναι πλέον σίγουρος για την ομαλή διεξαγωγή εκλογών ή για την τήρηση του συντάγματος και αυτό από μόνο του δείχνει το ποσό δουλεμένη και μεθοδευμένη είναι η προσέγγιση Trump – κάθε άλλο δηλαδή από την πολιτική ενός τρελού. Σε αυτό το μείγμα θα πρέπει να προστεθεί η τεράστια ισχύς του πολεμικού – βιομηχανικού συμπλέγματος. Οι ΗΠΑ αυτή την στιγμή φανερά διαθέτουν το αστρονομικό πόσο του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων για να συντηρούν και να μεγεθύνουν την σκληρή ισχύ τους. Γράφω εδώ το νούμερο για να το συνειδητοποιήσουμε όλοι: 1.000.000.000.000 $. Οι δαπάνες για την σκληρή ισχύ των ΗΠΑ είναι σχεδόν τέσσερεις φορές μεγαλύτερες από το σύνολο του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος της Ελλάδος ενώ είναι πέντε φορές μεγαλύτερες από τις δαπάνες της δεύτερης Κίνας. Ο δε Trump έχει ζητήσει την αύξηση αυτού του ποσού στο δυσθεώρητο 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Νομίζω αντιλαμβανόμαστε όλοι εύκολα ότι ο τομέας της πολεμικής βιομηχανίας των ΗΠΑ έχει κάθε συμφέρον να ενθαρρύνει την επιδίωξη χρήσης σκληρής ισχύος για την προάσπιση των συμφερόντων της κρατικής οντότητας.

 

Σε επίπεδο συστήματος κρατών, έχω αναφέρει πολλές φορές στο παρελθόν ότι τα πολυπολικά συστήματα είναι απείρως πιο ασταθή σε σχέση με τα διπολικά συστήματα. Ο διπολισμός του ψυχρού πολέμου σε συνδυασμό με τα δόγματα βέβαιης αμοιβαίας πυρηνικής καταστροφής αποτελούσε ένα εξαιρετικά σταθερό σύστημα το οποίο προσέφερε απαράμιλλη ευημερία στα κράτη της Δύσης. Ειδικά οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης θεώρησαν ότι είχε επέλθει «το τέλος της ιστορίας» και ότι μέσω του εμπορίου και της αλληλεξάρτησης, ο πόλεμος ήταν ένα φαινόμενο του παρελθόντος. Με την σταδιακή διολίσθηση σε ένα πολυπολικό σύστημα, οι μεταπολεμικές δομές αυτοσυγκράτησης των κρατών (ΟΗΕ, Διεθνείς Οργανισμοί, Διεθνές Δίκαιο) αδυνάτησαν ενώ οι ΗΠΑ αργά αλλά σταθερά, και πάντως πριν την εμφάνιση του Trump στο προσκήνιο, δεν θέλησαν να συνεχίσουν να επωμίζονται το κόστος που επέβαλλε ο ρόλος του παγκόσμιου αστυνόμου τον οποίον είχαν αναλάβει. Διέπραξε επομένως η Ευρώπη το κλασσικό λάθος στις Διεθνείς Σχέσεις όπου βάσισε την ασφάλεια της σε εξωγενής, μη ελεγχόμενους παράγοντες αμελώντας για τους ενδογενής. Αλλά δεν είναι μόνο στο πεδίο της σκληρής ισχύος όπου η Ευρώπη είναι εξαρτώμενη από τον, πέραν του Ατλαντικού, περιφερειακό ηγεμόνα. Σε επίπεδο τεχνολογίας ημιαγωγών, τεχνητής νοημοσύνης, υπερυπολογιστών, πολεμικής και άλλης τεχνολογίας, η Ευρώπη βρίσκεται εξαρτώμενη από τις καλές προθέσεις των ΗΠΑ. Σκεφτείτε δύο πολύ απλά παραδείγματα εξάρτησης εδώ: οι πιστωτικές και λοιπές κάρτες που όλοι διαθέτουμε, ψηφιακές ή φυσικές, εξαρτώνται από δύο αμερικανικές εταιρείες: την VISA και την Mastercard. Φραγή των συστημάτων των δύο αυτών εταιρειών ύστερα από υπόδειξη της αμερικανικής κυβέρνησης παραλύει σχεδόν αυτομάτως το σύνολο των οικονομικών συναλλαγών της καθημερινότητας μας. Όλοι μας χρησιμοποιούμε καθημερινά ψηφιακές υπηρεσίες αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών όπως της Microsoft, της Google, της Open AI και άλλων. Φανταστείτε ότι ξυπνάτε μια ημέρα και δεν έχετε πρόσβαση σε καμία από αυτές τις υπηρεσίες. Πρόσφατα, η Γαλλική κυβέρνηση έλαβε πρωτοβουλία όπως όλες οι κρατικές υπηρεσίες αντικαταστήσουν λογισμικό προερχόμενο από τις ΗΠΑ με εγχώριο, όπου αυτό είναι εφικτό. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχεδιάζει την ανάπτυξη Ευρωπαϊκής Εταιρείας παροχής πιστωτικών συναλλαγών ως αντίπαλο δέος στην παντοκρατορία της VISA και της Mastercard.

 

Σε ότι αφορά το εξελισσόμενο πολεμικό φαινόμενο στη Μέση Ανατολή, οι προθέσεις των μερών είναι νομίζω, σχετικά σαφείς. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να αποσπάσουν το Ιράν από το πεδίο επιρροής της Κίνας. Η ύπαρξη πυρηνικού προγράμματος είναι ένα πρόσχημα όπως το ίδιο προσχηματική είναι και η αναφορά σε αλλαγή καθεστώτος. Η φράση “…he may be a son of a bitch but hes our son of a bitch” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Roosevelt για να αναφερθεί στον δικτάτορα της Νικαράγουα Anastasio Somoza Garcia αλλά διαχρονικά αναφέρεται στους δικτάτορες ή άλλους συνομιλητές των ΗΠΑ οι οποίοι πειθήνια τηρούν τις οδηγίες τους. Οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται αν θα συνομιλούν με τον Αγιατολάχ ή με τον Σάχη, αρκεί αυτός με τον οποίο συνομιλούν να κάνει ακριβώς αυτά τα οποία του υπαγορεύονται. Ως πρόσθετο κέρδος των πολεμικών επιχειρήσεων μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι την μεγαλύτερη ζημία αυτές (κλείσιμο στενών Ορμούζ) την υφίστανται η Κίνα και η Ευρώπη, χώρες δηλαδή οι οποίες είναι ενεργειακά εξαρτώμενες από την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η εντεινόμενη αναταραχή καθιστά ολοένα και ελκυστικότερο το ακριβό αμερικανικό σχιστολιθικό φυσικό αέριο. Με το 25% της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) να βρίσκεται εκτός αυτή την στιγμή, τυχόν επέκταση των πολεμικών επιχειρήσεων πέραν των εικοσιπέντε ημερών μπορεί να οδηγήσει σε διπλασιασμό των τιμών φυσικού αερίου και σεβαστής αύξησης της τιμής του πετρελαίου. Αναταραχή πέραν του τριμήνου οδηγεί σε τριπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου και αύξηση έως 50% της τιμής του πετρελαίου. Η πληθωριστική αυτή βόμβα θα πλήξει πολύ σκληρά την Ευρώπη η οποία ακόμα δεν έχει συνέλθει από το σοκ του Ουκρανικού πολέμου.

 

Σε ότι αφορά το Ισραήλ, δράττει την ευκαιρία που του παρουσιάζεται προκειμένου να εξαλείψει άπαξ και δια παντός την μοναδική απειλή που είχε απομείνει για την ίδια την ύπαρξη του. Το Ισραήλ είναι διατεθειμένο να κάνει οποιαδήποτε βρώμικη δουλειά απαιτείται προκειμένου, αφενός να κρατήσει τις ΗΠΑ εμπλεκόμενες στον πόλεμο και αφετέρου, να εκκαθαρίσει την πυρηνική ή οποιασδήποτε άλλης μορφής απειλή του Ιράν, άμεση ή δια αντιπροσώπων, προς αυτό.

 

Το Ιράν προσπαθεί απεγνωσμένα να διευρύνει τον πόλεμο πλήττοντας όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες μπορεί προκειμένου να προκαλέσει, αφενός γενικευμένη αναταραχή και δευτερευόντως, προκειμένου οι χώρες στόχοι να ασκήσουν πίεση προς τις ΗΠΑ για την παύση των εχθροπραξιών. Οι προσπάθειες αυτές είναι αδύναμες και δεν αναμένεται να έχουν κάποιο αποτέλεσμα καθώς το Ιράν πέτυχε, δια των πράξεων του στο παρελθόν, να καταστήσει εχθρικά διακείμενα προς αυτό, το σύνολο σχεδόν των γειτόνων του. Το σύστημα ασφαλείας το οποίο είχε οικοδομήσει το Ιράν, στηριζόταν σε άσκηση πίεσης δια αντιπροσώπων. Όλοι αυτοί οι αντιπρόσωποι (Χαμάς, Χεζμπολάχ, Συρία, Λίβανος, Σιίτες του Ιράκ, Χούθι) έχουν εξουδετερωθεί ή αποδυναμωθεί σημαντικά. Η χρήση αυτών των αντιπροσώπων (proxies) πέτυχε να αποξενώσει, αν όχι να καταστήσει ανοιχτά εχθρικά διακείμενα, όλα τα γειτονικά της κράτη. Το μοιραίο όμως λάθος του Ιράν ήταν, η πεποίθηση του ότι μπορούσε, αφενός να ελέγξει πλήρως όλους αυτούς τους αντιπρόσωπους και αφετέρου ότι μπορούσε να βασίσει την αρχιτεκτονική ασφαλείας του σε αυτούς. Η πολύ πρόσφατη ιστορία απέδειξε το σφάλμα αυτής της προσέγγισης ειδικά αν οι αντίπαλοι σου δεν θέλουν να δεσμεύσουν εαυτούς υπό το πλαίσιο των όποιων διεθνών συνθηκών ή συμβάσεων.

 

Τα μηνύματα τα οποία εκπέμπονται γενικώς το τελευταίο διάστημα και ειδικώς από αυτό το πολεμικό φαινόμενο δεν είναι ευοίωνα. Ο κατακερματισμός του διεθνούς συστήματος, η έντονη αποδυνάμωση δομικών στοιχείων του τα οποία βοηθούσαν στην τήρηση κάποιων κοινά αποδεκτών συμπεριφορών (διεθνές δίκαιο, διεθνείς οργανισμοί) και η στροφή σε μοτίβα κλασσικού ρεαλισμού, δεν προμηνύει τίποτα καλό για το μέλλον. Σε ότι αφορά την χώρα μας θα πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο και ανταγωνιστικό. Άναρχο, διότι δεν υφίσταται παγκόσμιος αστυνόμος ο οποίος να μπορεί να χαλιναγωγήσει τις συμπεριφορές των κρατών. Οι ΗΠΑ μεταπολεμικά έπαιξαν κατά κάποιον τρόπο τον ρόλο αυτό, σήμερα όμως η συμπεριφορά τους περισσότερο ενισχύει την αστάθεια και την αβεβαιότητα παρά την περιορίζει. Ανταγωνιστικό, διότι τα κράτη, τα οποία είναι οι κυρίαρχοι παίκτες του συστήματος, ανταγωνίζονται μεταξύ τους προκείμενου να ικανοποιήσουν άπειρες ανάγκες ασφαλείας και ισχύος με πεπερασμένα μέσα. Συχνά ο ρεαλισμός έχει κατηγορηθεί ως τρόπος σκέψης ότι είναι υπερβολικά πεσιμιστικός ενώ επιλέγει να αγνοεί την δύναμη μη κρατικών οντοτήτων. Τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας αποδεικνύουν ότι τα κράτη, όποτε οι συνθήκες το επιβάλλουν, έχουν την ισχύ να περιορίσουν ή να εξαλείψουν άλλες, μη κρατικές οντότητες. Το κράτος εξακολουθεί και είναι ο βασικός παίκτης του διεθνούς συστήματος και ισχύς το βασικό νόμισμα συναλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αύξηση όλων των συντελεστών σκληρής και ήπιας ισχύος βασιζόμενη κατά το δυνατόν στις δικές της δυνάμεις και λιγότερο σε εξωτερικούς παράγοντες. Τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας επιβεβαιώνουν αυτό το οποίο ισχύει σε όλη την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας, δηλαδή ότι οι ισχυροί θα πάρουν αυτά που μπορούν και οι αδύναμοι θα υποστούν αυτά που πρέπει. Δεν υφίσταται ηθική στις σχέσεις μεταξύ των κρατών αλλά μόνο ισχύς και συμφέροντα. Όποιο κράτος αγνοεί αυτές τις βασικές παραδοχές το κάνει αναλαμβάνοντας πλήρως όλους τους κινδύνους που απορρέουν από την άγνοια του.    

7 Οκτ 2025

Το Παλαιστινιακό Ζήτημα

 

Με αφορμή την εν εξελίξει ανθρωπιστική κρίση στον θύλακα της Γάζας, θα επιχειρήσω να εξετάσω τα εκτυλισσόμενα γεγονότα μέσα από το πρίσμα της θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων, αναλύοντας δηλαδή το Παλαιστινιακό ζήτημα μέσα από τα πρίσματα των ανθρώπων, των θεσμών και των κρατών. Θα προσπαθήσω, με άλλα λόγια, να απαντήσω στο ποιοι είναι οι κύριοι εμπλεκόμενοι, πότε ξεκίνησε να υφίσταται το πρόβλημα, που γεωγραφικά λαμβάνει χώρα το συμβάν, γιατί και πως συμβαίνει και ποιοι είναι αυτοί οι οποίοι επωφελούνται.   


Η εξέταση του Παλαιστινιακού Ζητήματος οφείλει να ξεκινήσει με μια ιστορική αναδρομή των γεγονότων καθότι μόνο μέσα από την κατανόηση του παρελθόντος μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα του σήμερα. Η Εβραϊκή διασπορά, δηλαδή η μετανάστευση, έξωση, εξορία ή υποδούλωση των Εβραϊκών πληθυσμών του βασιλείου της Ιουδαίας θεωρείται ότι ξεκίνησε ήδη από το 586 π.Χ. μετά την οριστική κατάλυση του από την Βαβυλώνα. Η έξοδος των Εβραίων από την Ιουδαία εντάθηκε κατά την διάρκεια της Ρωμαϊκής κατοχής, ειδικά μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 132 – 135 μ.Χ. Τότε η Ρώμη έλαβε δραστικά μέτρα εξορίζοντας μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της Ιερουσαλήμ. Κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ., η περιοχή της Ιουδαίας κατακτήθηκε από το νεοσύστατο Αραβικό χαλιφάτο και έκτοτε, με μικρά διαλείμματα τελούσε υπό Ισλαμική κατοχή. Η δε Ιερουσαλήμ  και το τέμενος Αλ-Ακσά έφτασε να θεωρείται ο τρίτος πιο ιερός τόπος για τους απανταχού μουσουλμάνους. Έχει λοιπόν η πόλη αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία και ιδιαιτερότητα να θεωρείται ιερή πόλη για τρεις θρησκείες: τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. 


Κατά τον μεσαίωνα, οι Εβραϊκές κοινότητες του Αραβικού κόσμου και της Ευρώπης χωρίστηκαν σε δύο γενικές κατηγορίες: τους Ασκενάζι (Γερμανία, Ανατολική Ευρώπη) και τους Σεφαρδίτες (Ισπανία, Αραβικός κόσμος). Φυσικά σε κάθε περιοχή, η Εβραϊκή κοινότητα ανέπτυξε το δικό της γλωσσικό ιδίωμα και κουλτούρα, διατηρώντας όμως την ξεχωριστή Εβραϊκή παράδοση, κουλτούρα και έθιμα. Στην πορεία των μεσαιωνικών χρόνων, έλαβαν χώρα διάφοροι διωγμοί των κοινοτήτων αυτών με πιο γνωστό σε εμάς, αυτόν του διωγμού των Εβραίων της Ισπανίας οι οποίοι, το 1492, με βασιλικό διάταγμα υποχρεώθηκαν, είτε να βαπτιστούν ως Χριστιανοί είτε να εξοριστούν. Μεγάλο μέρος αυτών των πληθυσμών βρήκε καταφύγιο στα εδάφη της τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, την δημιουργία μεγάλης Εβραϊκής κοινότητας στην Θεσσαλονίκη. 


Κατά τον 19ο αιώνα, γνωστό και ως αιώνα του ρομαντισμού, των επαναστάσεων και της δημιουργίας των εθνικών κρατών, γεννήθηκε, προς το τέλος του, το κίνημα του Σιωνισμού (Zionism). Ο Σιωνισμός, ήταν ένα εθνικό-πολιτισμικό κίνημα με δύο βασικούς στόχους: α) την προστασία των Εβραϊκών πληθυσμών από τους κατά τόπους διωγμούς και β) την προσπάθεια δημιουργίας Εβραϊκής πατρίδας μέσω αποικισμού της Παλαιστίνης. Η Παλαιστίνη τότε, τελούσε υπό Οθωμανική κατοχή και η πλειοψηφία του πληθυσμού της ήταν αραβικής καταγωγής και μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. 


Η έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου υπήρξε η θρυαλλίδα πολλών ανακατατάξεων παγκοσμίως τις συνέπειες των οποίων εξακολουθούμε και βιώνουμε μέχρι σήμερα. Η Οθωμανική αυτοκρατορία το 1914 ήταν μια μεγάλη δύναμη σε αποδρομή ήδη για αρκετές δεκαετίες. Με το ξέσπασμα του πολέμου και εξαιτίας διάφορων παραγόντων (Γερμανική επιρροή, φόβος και εχθρικές σχέσεις έναντι της Ρωσίας, φόβος για περαιτέρω συρρίκνωση της αυτοκρατορίας ως αποτέλεσμα του πολέμου), η Οθωμανική αυτοκρατορία αποφάσισε να ταχθεί με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία και αργότερα,  Βουλγαρία). Το γεγονός αυτό αμέσως άνοιξε μέτωπο πολεμικών επιχειρήσεων με τους Βρετανούς στη Μέση Ανατολή, περιοχή την οποία οι τελευταίοι θεωρούσαν κομβικής σημασίας για την διατήρηση των αυτοκρατορικών συμφερόντων τους στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολής. Ως αντίβαρο στους Οθωμανούς, η Βρετανική διπλωματία και πολιτική μεταχειρίστηκε διάφορα μέσα. Καταρχήν, υποδαύλισε τον αραβικό εθνικισμό ενώ ταυτόχρονα, μέσω της διακήρυξης του Balfour το 1917, υποσχέθηκε με έναν θολό και αόριστο τρόπο στους ηγέτες του Σιωνιστικού κινήματος, την δημιουργία Εβραϊκής «εθνικής πατρίδας» στην Παλαιστίνη. Η διακήρυξη αυτή έγινε στο πλαίσιο προσπαθειών της Βρετανικής κυβέρνησης να αναζητήσει κάθε πιθανή βοήθεια ως προς την αποτελμάτωση των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή και αλλού, μέσω της ενεργοποίησης της ισχυρής και οικονομικά εύρωστης Εβραϊκής διασποράς. Ταυτόχρονα όμως, η Βρετανία είχε υπογράψει με την Γαλλία to 1916 την μυστική συνθήκη των Sykes – Picot με την οποία εν πολλοίς διαμοίραζαν αναμεταξύ τους τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με κανόνα και διαβήτη. 


Η συνθήκη ειρήνης των Σεβρών (1920) και η συνεπακόλουθη της Λωζάνης (1923), σε συνδυασμό με την διακήρυξη Balfour και τις φρούδες υποσχέσεις της Βρετανίας προς τους Άραβες, αποτελούν την γενεσιουργό αιτία μετατροπής της Μέσης Ανατολής στην πυριτιδαποθήκη του σήμερα. Οι τότε ειρηνευτικές συμφωνίες άφησαν όλες τις πλευρές δυσαρεστημένες. Οι Άραβες θεώρησαν εαυτούς προδομένους αφού ήλπιζαν, ως αντάλλαγμα της πολεμικής βοήθειας που πρόσφεραν στους Βρετανούς, στην ανασύσταση του αραβικού χαλιφάτου σε έναν χώρο εκτεινόμενο από την Σαουδική Αραβία έως το σημερινό Βόρειο Ιράκ και την Συρία, περιλαμβανομένης της Ιορδανίας και της Παλαιστίνης. Οι Σιωνιστές Εβραίοι ήταν και αυτοί δυσαρεστημένοι αφού η περιοχή της Παλαιστίνης μετατράπηκε σε Βρετανική αυτοκρατορική κτήση (Προτεκτοράτο της Κοινωνίας των Εθνών υπό Βρετανική «καθοδήγηση» ο επίσημος τίτλος). Οι δε τοπικοί πληθυσμοί, χωρίς καθόλου να ερωτηθούν και κατά παρέκκλιση των αρχών της αυτοδιάθεσης που πρέσβευε ο πρόεδρος των Η.Π.Α. Wilson, βρέθηκαν να διαβιούν εντός τεχνητών κρατών – μορφωμάτων τα οποία αποτελούσαν προϊόν μυστικής διπλωματίας μεταξύ των αυτοκρατορικών δυνάμεων (βλέπε συνθήκη Sykes – Picot νωρίτερα). Τα τεχνητά αυτά κράτη (Συρία, Λίβανος, Ιράκ, Ιορδανία) δεν είχαν καμιά ιστορική καταβολή ή υπόβαθρο και δεν είχαν ομοιογενείς πληθυσμούς με κοινές επιδιώξεις. Η κηδεμονία τους κατά τον μεσοπόλεμο από την Γαλλία και την Βρετανία ουδόλως τους προσέφερε ως προς την εδραίωση της κρατικής οντότητας. Με εξαίρεση την Ιορδανία η οποία κυβερνάται από τον βασιλικό οίκο των Χασεμιτών (Hashemites) ο οποίος εδράζει την ιστορία του στις απαρχές του αραβικού χαλιφάτου, όλα τα άλλα τεχνητά κράτη της περιοχής έχουν αποτύχει ως κρατικές οντότητες (failed states) με ότι αυτό συνεπάγεται για την ειρήνη και την σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. 


Κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, ο εβραϊκός εποικισμός του προτεκτοράτου της Παλαιστίνης, υπό την καθοδήγηση του Σιωνιστικού κινήματος, εντατικοποιήθηκε, γεγονός το οποίο οδήγησε στις πρώτες συγκρούσεις με τον τοπικό αραβικό πληθυσμό. Η πρωτοφανούς αγριότητα δίωξη και αργότερα συστηματική εξολόθρευση των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης κατά το προοίμιό και κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου επιτάχυνε τις ροές αυτές. Μεταπολεμικά, οι αυξανόμενης βίας συγκρούσεις ανάμεσα στις αραβικές και εβραϊκές κοινότητες της Παλαιστίνης οδήγησε τους Βρετανούς στο να παραπέμψουν το θέμα στον νεοσύστατο τότε ΟΗΕ. Το σχέδιο του ΟΗΕ προέβλεπε την δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών όπου το 56% του πρώην βρετανικού προτεκτοράτου της Παλαιστίνης, με το 82% του εβραϊκού πληθυσμού θα κατέληγε στο κράτος των εβραίων ενώ το υπόλοιπο 44% θα κατέληγε σε ένα αραβικό κράτος. Ενώ η πλειοψηφία των εβραίων αποδέχθηκε το σχέδιο, η πλειοψηφία του αραβικού πληθυσμού και το σύνολο των γειτονικών αραβικών κρατών απέρριψε το ψήφισμα. Το 1948 το Εβραϊκό Συμβούλιο ανακήρυξε την de facto δημιουργία του κράτους του Ισραήλ αποδεχόμενο τα σύνορα που προέβλεπε το ψήφισμα του ΟΗΕ. Την ίδια ημέρα οι ΗΠΑ και αργότερα, η ΕΣΣΔ και άλλες δυνάμεις αναγνώρισαν το νεοσύστατο κράτος. Τις αμέσως επόμενες ημέρες σχεδόν σύσσωμα τα μέλη του Αραβικού Συνδέσμου (Αίγυπτος, Ιορδανία, Ιράκ, Συρία) εισέβαλαν στρατιωτικά στον γεωγραφικό χώρο της Παλαιστίνης. Οι εχθροπραξίες ανάμεσα στα ισραηλινά στρατεύματα και αυτών των γειτονικών αραβικών χωρών διήρκησαν με αυξομειούμενη ένταση έως το 1949 οπότε και υπογράφηκε ανακωχή. Μια εκ των συνεπειών της πολεμικής αυτής σύγκρουσης υπήρξε ο βίαιος εκτοπισμός 700.000 περίπου αράβων από τις πατρογονικές τους εστίες. Μετά το τέλος των εχθροπραξιών, το κράτος του Ισραήλ βρέθηκε να κατέχει το 78% του πρώην προτεκτοράτου της Παλεστίνης. Το 1967 ακολούθησε ο πόλεμος των έξι ημερών ο οποίος οδήγησε στην κατάληψη της Γάζας και της Δυτικής Όχθης από Ισραηλινά στρατεύματα και στον περαιτέρω εκτοπισμό 300.000 αραβόφωνων. Μετά το 1967, άνω του 50% του αραβικού πληθυσμού του πρώην βρετανικού προτεκτοράτου της Παλαιστίνης ζούσαν ως πρόσφυγες σε γειτονικές χώρες. Ακολούθησαν το παλαιστινιακό τρομοκρατικό κίνημα, ο πόλεμος του 1973, η Intifada της δεκαετίας του 80 και ο Εβραϊκός εποικισμός της κατειλημμένης από το 1967 Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη ποταμού. 


Το Παλαιστινιακό Ζήτημα είναι ένα από τα τέσσερα άλυτα προβλήματα των Διεθνών Σχέσεων το οποίο άγγιξε η βρετανική διπλωματία. Τα άλλα τρία είναι το Ιρλανδικό, το Κυπριακό και η διένεξη του Κασμίρ. Κατά πάγιο τρόπο, η αποικιακή πολιτική των Βρετανών προέβλεπε την χρήση πολιτικών «Διαίρει και Βασίλευε», παρατάσσοντας τεχνηέντως σε αντιπαράθεση εθνοτικές ομάδες της ίδιας γεωγραφικής περιοχής. Και στο ζήτημα της Παλαιστίνης η συνταγή υπήρξε η ίδια: η Βρετανία, πιεζόμενη από τις τεράστιες απαιτήσεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου υποσχέθηκε τα ίδια σε ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα (Εβραίοι και Άραβες) επί εδαφών τα οποία ακόμα δεν ήταν στην κατοχή της. Στην συνέχεια, και αφού το πρόβλημα που δημιουργήθηκε τέθηκε εκτός ελέγχου, υπό τον μανδύα της από – αποικιοποίησης πέταξε την καυτή πατάτα στον ΟΗΕ και αποσύρθηκε. Οι δυτικές δυνάμεις, με νωπή ακόμα την φρίκη του Ολοκαυτώματος δεν θέλησαν ποτέ να εναντιωθούν στις πρακτικές του Ισραήλ ακόμα και αν αυτές αποτελούσαν κατάφορη παραβίαση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ. Οι γειτονικές Αραβικές χώρες, παρότι προσπάθησαν με τρεις διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις να ανατρέψουν τα τετελεσμένα, ηττήθηκαν και τις τρεις στα πεδία των μαχών από το Ισραήλ. Παρότι πληθυσμιακά υπέρτερες και με περισσότερα στρατιωτικά μέσα στη διάθεση τους, η έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης σε συνδυασμό με φτωχές στρατιωτικές επιδόσεις δεν τους επέτρεψαν να ανατρέψουν τα τετελεσμένα. Σε αντίθεση, ο στρατός του Ισραήλ υπήρξε πάντοτε άρτια οργανωμένος ενώ η σύμπλευση του με τα δυτικά συμφέροντα επέτρεψε στο στράτευμα του να είναι και άρτια εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της δυτικής τεχνολογίας. Η παρουσίαση του Ισραήλ ως ανάχωμα στον αραβικό αναθεωρητισμό της δεκαετίας του 50 σε συνδυασμό με την ανάγκη ανάσχεσης της επιρροής της ΕΣΣΔ στην Μέση Ανατολή το κατέστησε απαραίτητο σύμμαχο της Δύσης στην περιοχή. 


Η στροφή των Παλαιστινίων προς την τρομοκρατία ενίσχυσε περεταίρω το προφίλ του Ισραήλ ως σοβαρού, δυτικού τύπου δημοκρατίας το οποίο αντιμάχεται ασύμμετρες πολεμικές προκλήσεις. Ενώ φαινομενικά οι νεανικοί πληθυσμοί της Δύσης συμπάσχουν διαχρονικά με το δράμα του Παλαιστινιακού έθνους, εν τούτοις στην πράξη αυτό δεν επηρεάζει την κρατική πολιτική των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι και η Ελληνική Επανάσταση όταν ξεκίνησε το 1821, καταδικάσθηκε στο Συνέδριο της Λιουμπλιάνας ως τρομοκρατική πράξη και όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ιεράς Συμμαχίας τότε (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας) συντάχθηκαν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι μπουρλοτιέρηδες του 21 ως κοινοί πειρατές αντιμετωπίζονταν όπως ακριβώς αντιμετωπίζονται σήμερα οι Χούθι της Υεμένης. Και μπορεί το ρεύμα του φιλελληνισμού να ήταν ισχυρό στις δυτικές πρωτεύουσες μέσα από την ποίηση του Byron και την ζωγραφική του Delacroix, η Ελληνική όμως ανεξαρτησία δεν κερδήθηκε εξαιτίας του φιλελληνικού ρεύματος. Η Ελληνική ανεξαρτησία κερδήθηκε στο Ναβαρίνο όταν ο ανταγωνισμός συμφερόντων ανάμεσα σε Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία οδήγησε σε σύμπλευση αυτών με τις εθνικές μας επιδιώξεις. Οι βαρβαρότητες των Οθωμανών σε Χίο, Ψαρά και Μεσολόγγι ελάχιστα συγκίνησαν τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην Αγία Πετρούπολη, το Παρίσι και το Λονδίνο. Αντίθετα ο δανεισμός 2.800.000 λιρών με υποθήκευση των «Εθνικών Γαιών» αποτέλεσε πολύ μεγαλύτερο παράγοντα επηρεασμού υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων αν και αργότερα, αποτέλεσε το όχημα χειραγώγησης του νεόκοπου κράτους από την βρετανική πολιτική. Η Ελλάδα, υπάρχει σήμερα ως κρατική οντότητα επειδή εκούσια ή ακούσια επετεύχθη η σύγκλιση των εθνικών της συμφερόντων με αυτά των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και όχι εξαιτίας του ανθρωπιστικού δράματος του πληθυσμού της. 


Στον διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων όπως μας τον μεταφέρει ο Θουκυδίδης, οι εκπρόσωποι της Μήλου αναφέρουν ότι είναι ανήθικο η Αθήνα, μια μεγάλη δύναμη να θέλει να προκαλέσει τόσα δεινά σε ένα μικρό και απροστάτευτο νησί όπως η Μήλος. Οι Αθηναίοι απάντησαν ότι δεν είχαν μεταβεί στην Μήλο για να κάνουν θεολογικές ή ηθικού χαρακτήρα συζητήσεις αλλά για να επιβάλλουν τα σχέδια τους. Ανήθικο, είπαν οι Αθηναίοι πρεσβευτές, δεν ήταν αυτό που έκανε η Αθήνα. Ανήθικο ήταν αυτό που έκαναν οι ηγέτες της Μήλου οι οποίοι, όντας απροετοίμαστοι και αδύναμοι, εξέθεταν σε τέτοια δεινά και κινδύνους τον πληθυσμό της Μήλου. Ο ισχυρός θα πάρει πάντοτε αυτά που μπορεί και ο ανίσχυρος θα υποστεί αυτά που πρέπει. 


Το δράμα που βιώνει ο Παλαιστινιακός λαός, με όρους ηθικής, είναι ξεκάθαρα μια ανθρωπιστική κρίση και δεν διαφέρει σε τίποτα από όσα βιώσαν οι ίδιοι οι Εβραίοι μέσα στο πορεία της ιστορίας. Οι εκτοπισμοί, η γκετοποίηση πληθυσμών (μια πρακτική που οι ίδιοι οι Εβραίοι βίωσαν διαχρονικά) και η συστηματική στέρηση τροφής αποτελούν ενέργειες οι οποίες συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι Δυτικές Δυνάμεις, πρωτίστως για λόγους κρατικών συμφερόντων τους, αλλά και εξαιτίας ενοχικών συνδρόμων των ηγεσιών τους έναντι διαχρονικών διώξεων που άσκησαν κατά των εβραϊκών πληθυσμών τους με πιο πρόσφατο το Ολοκαύτωμα, δεν αντιτίθενται και δεν πρόκειται να αντιταχθούν στα σχέδια και τις ενέργειες του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά και οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι ξεκάθαρα υποσκάπτουν από μόνοι τους τα συμφέροντα τους. Η στήριξη ανοικτά τρομοκρατικών ομάδων και πρακτικών έβλαψε παρά βοήθησε τα εθνικά τους συμφέροντα αφού συνεχώς δίνει άλλοθι στο Ισραήλ για τις απάνθρωπες πρακτικές καταστολής που εφαρμόζει. Η εκλογή της Χαμάς στην λωρίδα της Γάζας από Παλαιστίνιους έγινε. Η σύμπλευση με τα συμφέροντα του Ιράν αποτέλεσε «ποντάρισμα σε λάθος άλογο». Οι εκπρόσωποι της αραβικής κοινότητας της Παλαιστίνης διαρκώς αρνήθηκαν τα μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά σχέδια δημιουργίας δύο κρατών χαρακτηρίζοντας τα άδικα. Ναι, ήταν άδικα τα σχέδια αυτά, όταν το 1914, στην Οθωμανική επαρχία της Παλαιστίνης οι Εβραίοι αποτελούσαν μόλις το 3% του πληθυσμού. Και η Ελλάδα όμως, από τα σύνορα του 1830 ξεκίνησε έχοντας μόνο την Πελοπόννησο, την Στερεά Ελλάδα και ορισμένα νησιά των Κυκλάδων στην αρχική επικράτεια της. Άδικο ήταν και αυτό, αλλά στις σχέσεις μεταξύ κρατών υπάρχουν μόνο συμφέροντα και τίποτα άλλο. Και όπως ειπώθηκε και πιο πριν και οι Έλληνες ήταν οι «Παλαιστίνιοι» της Ευρώπης το 1821. Τον πόλεμο δεν τον κέρδισαν με δημόσιες σχέσεις αν και πάντα βοηθάει, για διάφορους λόγους, να έχει κανείς το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν πόλεμο. Την ανεξαρτησία τους οι Έλληνες την κέρδισαν επειδή έτσι συνέφερε εκείνη την στιγμή τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Η ανεξαρτησία κερδήθηκε στο Ναβαρίνο, όχι στο Βαλτέτσι. 


Οι συνθήκες του σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές από αυτές του 1821 και εντελώς διαφορετικές από αυτές του μεταπολεμικού κόσμου. Οι συνθήκες του σήμερα προσομοιάζουν όλο και περισσότερο αυτές της δεκαετίας του 30. Μια περίοδος όπου ο αναθεωρητισμός είχε κυριαρχήσει οδηγώντας τελικά στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Όταν εισέβαλε η Ιαπωνία στην Μαντζουρία της Κίνας το 1931, ο δυτικός κόσμος στάθηκε ανήμπορος και αδιάφορος να πράξει το οτιδήποτε. Όταν η Ιταλία επιτέθηκε και προσάρτησε την Αιθιοπία το 1935 χρησιμοποιώντας ακόμα και χημικά όπλα για να επιβληθεί, οι δυτικές δυνάμεις σφύριζαν αδιάφορα. Όταν η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ καταπάτησε την συνθήκη των Βερσαλλιών (1935), προσάρτησε την Αυστρία (1938), προσάρτησε τμήματα της Τσεχοσλοβακίας (1938) και αργότερα έσβησε πλήρως το κράτος αυτό από τον χάρτη (1939) πριν κάνει το μεγάλο βήμα προς την άβυσσο στην Πολωνία, καμιά κρατική οντότητα δεν είχε αντισταθεί στις αναθεωρητικές ορέξεις του. Οι δημοκρατίες της Δύσης ήταν ανήμπορες και απρόθυμες να αντισταθούν. Ο κόσμος μας, ειδικά μετά το 2022 έχει διολισθήσει επικίνδυνα σε μια εποχή αναθεωρητισμού όπου φθίνει συνεχώς το συμπαγές και αυστηρό περιβάλλον σταθερότητας του διπολισμού. Οι ΗΠΑ, όχι μόνο έχουν αποτραβηχθεί από τον ρόλο του παγκόσμιου αστυνόμου αλλά πλέον επιδεικνύουν συμπεριφορά αναθεωρητική και οι ίδιες. Η πολιτική παρεμβατισμού που άσκησαν επί δεκαετίες ανεμπόδιστα ("the right to protect"), έχει βρει μιμητές και σε άλλες κρατικές οντότητες. Η εισβολή στην Ουκρανία έχει λειτουργήσει ως επιταχυντής, ενθαρρύνοντας συμπεριφορές εντός του διεθνούς συστήματος που πριν λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητες. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Ισραήλ, έχοντας την πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ τόσο σε επίπεδο σκληρής όσο και σε ζητήματα ήπιας ισχύος καθώς και την ανοχή των υπόλοιπων μεγάλων δυνάμεων, μπορεί και ασκεί σχεδόν ανεμπόδιστα την πολιτική του. 


Η ποιότητα της πολιτικής ηγεσία των ΗΠΑ, σε ατομικό επίπεδο, δεν προμηνύει κάτι το ελπιδοφόρο για το μέλλον. Το ίδιο ισχύει και για το Ισραήλ όπου ο νυν πρωθυπουργός είναι παγιδευμένος ανάμεσα στην δημιουργία της υστεροφημίας του και την διατήρηση της κυβέρνησης του η οποία είναι έρμαιο ακροδεξιών και θεοκρατικών δυνάμεων. Οι ηγεσίες σε επίπεδο Ε.Ε είναι αδύναμες και απορροφημένες είτε από το Ουκρανικό ζήτημα είτε από οικονομικά ζητήματα που απορρέουν από έναν διαρκώς γηράσκοντα πληθυσμό, είτε από το σοκ της ουσιαστικής άρσης της αμερικανικής προστασίας την οποία απολάμβαναν σχεδόν δωρεάν επί δεκαετίες. Υπό το πρίσμα των κρατικών θεσμών, δεν υφίσταται κανείς που να μπορεί να ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση. Ο πρόεδρος Trump δρα ανεξέλεγκτα, οι θεσμοί στο Ισραήλ ελέγχονται πλήρως και λειτουργούν σύμφωνα με τις πρωθυπουργικές επιθυμίες ενώ και οι Παλαιστίνιοι λειτουργούν υπό το καθεστώς της Χαμάς το οποίο παρότι δέχθηκε σφοδρά πλήγματα, εν τούτοις παραμένει στην ηγεσία. Σε επίπεδο συστήματος κρατών, το ζήτημα αναλύθηκε παραπάνω: στην εποχή του αναθεωρητισμού που ζούμε δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ικανή δύναμη για να σταματήσει τις όποιες επιδιώξεις του Ισραήλ. 


Την εποχή των εύκολων συμπερασμάτων εκπορευόμενων από το οικοσύστημα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είναι πολύ εύκολο κανείς να παρασυρθεί προς την μια ή την άλλη θέση "απόλυτης" αλήθειας. Η θέση της χώρας μας εντός του περιγραφόμενου διεθνούς συστήματος είναι αρκετά δύσκολη. Συνορεύουμε με μια μεγάλη, αναθεωρητική δύναμη η οποία λαμβάνει τα μηνύματα της ουσιαστικής ατιμωρησίας που έχει επιδειχθεί στις περιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και της «λύσης» του Παλαιστινιακού ζητήματος που εφαρμόζει το Ισραήλ. Η Ελλάδα σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να αποδεχθεί τετελεσμένα αναθεωρητικών πολιτικών. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναλάβει όλες εκείνες τις πολιτικές δράσεις που θα ενισχύσουν την σκληρή και οικονομική της ισχύ. Το παράδειγμα της Παλαιστίνης λέει πολλά: αν δεν λάβεις μόνος σου τα μέτρα πολιτικής που απαιτούνται για να γίνεις εσύ, ως κράτος, ισχυρός, κανείς άλλος δεν θα σε βοηθήσει, όσο ανήθικο και αν είναι αυτό. Η Ελλάδα οφείλει να λάβει τάχιστα μέτρα για την ανανέωση του πληθυσμού της ο οποίος γερνάει ανησυχητικά. Οφείλει να λάβει μέτρα για την τεχνολογική της απεξάρτηση σε ζητήματα σκληρής ισχύος, έστω και μόνο για θέματα χαμηλής εντάσεως όπως για παράδειγμα τα drones. Η συνεχιζόμενη σύρραξη τόσο στην Ουκρανία όσο και στην Γάζα έχουν δείξει ότι σχετικά πολύ χαμηλού κόστους συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από προσωπικό ή πολίτες με χαμηλή εξειδίκευση τα οποία μπορούν να προξενήσουν δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα σε σχέση με το κόστος τους. 


Το σύστημα κρατών εντός του οποίου διαβιούμε είναι άναρχο και ανταγωνιστικό. Δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, πότε δεν υπήρξε και ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει στις σχέσεις μεταξύ των κρατών. Υπάρχει μόνο η επιβίωση και αυτή, μόνο μέσα από τις δικές σου πράξεις και ενέργειες μπορεί να εξασφαλιστεί. Αυτό αποδεικνύει η πορεία του ανθρώπου μέσα στο διάβα της ιστορίας, αυτό αποδεικνύεται και μέσα από την ανθρωπιστική τραγωδία της Γάζας.  


                            


10 Απρ 2025

Οι Δασμοί ως Εργαλείο Άσκησης Οικονομικής Πολιτικής: Το Πρόσφατο Παράδειγμα των ΗΠΑ

 

Δεν έχουν περάσει πολλές ημέρες από τις ανακοινώσεις του προέδρου των ΗΠΑ περί επιβολής δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα και πραγματικά όλος ο πλανήτης προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτοί οι περιβόητοι δασμοί και τι αντίκτυπο αναμένεται να έχουν. Με απλά λόγια, ο δασμός είναι ένα τέλος που επιβάλλει ένα κράτος επί εισαγόμενων αγαθών με στόχο την άνοδο της τελικής τιμής του. Η άνοδος αυτή τελικά το καθιστά μη ανταγωνιστικό σε σχέση με αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα αποτρέποντας εν τέλει τους καταναλωτές από την αγορά του. Ο δασμός επομένως είναι ένα εργαλείο για την προστασία κάποιας εγχώριας βιομηχανίας ή ενός τομέα από εξωτερικό ανταγωνισμό ενώ γενικότερα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα κράτος για την συγκράτηση ή σύγκλιση ενός αρνητικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ο δασμός είναι ένας φόρος ο οποίος πληρώνεται από τον εισαγωγέα του αγαθού ο οποίος με την σειρά του τον μετακυλίει στους καταναλωτές. Αν το αγαθό αυτό δεν μπορεί να αντικατασταθεί επαρκώς από αγαθά εγχώριας παραγωγής τότε το μέτρο του δασμού οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε πληθωριστικές πιέσεις. Οδηγεί δηλαδή σε έμμεση φορολόγηση των καταναλωτών αφού το αυξημένο κόστος του εισαγόμενου αγαθού έχει εν τέλει καταβληθεί στο κράτος μέσω του δασμού. Ο δασμός, ως εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά χρήσιμος όταν ασκείται στοχευμένα για την προστασία κάποιας κρίσιμης εγχώριας βιομηχανίας από εξωτερικό ανταγωνισμό αλλά μπορεί να καταστεί καταστροφικός και να οδηγήσει σε ύφεση όταν επιβάλλεται άκριτα και γενικευμένα.

 

Είναι κατανοητό ότι η επιτυχία ενός δασμού συνίσταται στο ότι οι καταναλωτές αποφεύγουν το ακριβότερο εισαγόμενο αγαθό και προτιμούν το εγχώριο, οδηγώντας σε αύξηση την εγχώρια παραγωγή το οποίο οδηγεί σε επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και επομένως οικονομική ανάπτυξη. Τα χρήματα της χώρας αντί να φεύγουν στο εξωτερικό, παραμένουν στην εγχώρια οικονομία τροφοδοτώντας την ανάπτυξη της. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει το αγαθό στο οποίο επιβάλλεται ο δασμός να μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί και βεβαίως, να υφίσταται η εγχώρια παραγωγική ικανότητα για να το αντικαταστήσει. Στο σημείο αυτό λοιπόν είναι χρήσιμο να εισάγουμε τον όρο της ελαστικότητας ενός αγαθού. Η ελαστικότητα ενός αγαθού εξαρτάται από τρεις κύριους παράγοντες οι οποίοι είναι: α) η τιμή του αγαθού, β) το επίπεδο εισοδήματος των καταναλωτών και γ) η δυνατότητα αντικατάστασης του από εφάμιλλα αγαθά. Ένα αγαθό είναι ανελαστικό αν, ανεξάρτητα από την πορεία της τιμής του ή το ύψος του εισοδήματος των καταναλωτών, αυτοί εξακολουθούν να το ζητούν με την ίδια ή με αναλογικά πολύ μικρή πτώση της ζήτησης. Τα πράγματα δε, γίνονται πολύ χειρότερα αν δεν υφίσταται κανένα παραπλήσιο αγαθό για να το αντικαταστήσει. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για ένα πλήρως ανελαστικό αγαθό. Παραδείγματα ανελαστικών αγαθών αποτελούν τα φάρμακα, τα καύσιμα ή η ενέργεια γενικότερα και διατροφικά είδη πρώτης ανάγκης. Ακόμα και σε συνθήκες πλήρους διάλυσης της αγοράς, νομισματικής κατάρρευσης και άλλων ακραίων οικονομικών συνθηκών, ο κόσμος πρέπει να φάει, να ζεσταθεί και να φροντίσει την υγεία του.

 

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων ως προς την επιβολή ή μη ενός δασμού γίνεται ακόμα δυσκολότερη αν βάλει κανείς στην εξίσωση και ζητήματα παραγωγής του αγαθού ή ενδεχόμενης προστιθέμενης αξίας του στον εγχώριο κύκλο της οικονομίας. Αν για παράδειγμα ένα αγαθό είναι εντάσεως εργασίας, απαιτεί δηλαδή φθηνά χέρια για να παραχθεί και τα ημερομίσθια στην εγχώρια αγορά είναι υψηλότερα, τότε η επιβολή δασμών στο εισαγόμενο αγαθό θα οδηγήσει σε πληθωριστικές πιέσεις. Όσο και να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή τα αγαθά της θα είναι πιο ακριβά διότι τα ημερομίσθια της είναι πολύ πιο αυξημένα σε σχέση με αυτά της χώρας εισαγωγής. Κλασσικό παράδειγμα εδώ, τα ρούχα και τα παπούτσια της καθημερινότητας τα οποία στο σύνολο τους παράγονται από χώρες της Ασίας. Είναι αγαθά εντάσεως εργασίας, δηλαδή οι προσιτές τιμές τους στους καταναλωτές ώριμων οικονομιών στηρίζονται στα φθηνά εργατικά χέρια των χωρών όπου παράγονται. Η επιβολή ενός δασμού σε τέτοια προϊόντα δεν θα έχει κάποιο οικονομικό όφελος ούτε για την εθνική οικονομία ούτε για τους καταναλωτές. Ως προς την προστιθέμενη αξία ενός εισαγόμενου αγαθού, εδώ μπορούμε να δούμε το παράδειγμα του αυτοκινήτου στην ελληνική αγορά. Η Ελλάδα, δεν παράγει οχήματα οπότε δεν έχει εγχώρια βιομηχανία να προστατεύσει με την επιβολή ενός πολύ ψηλού δασμού εισαγωγής. Δεν έχει ανεπτυγμένα μέσα μαζικής μεταφοράς για να προσφέρει κάποιο εγχώριο μέσο μετακίνησης έναντι του εισαγόμενου αγαθού. Επιπλέον, τα εισαγόμενα οχήματα απασχολούν έναν σημαντικό κλάδο της οικονομίας (αντιπροσωπείες, συνεργεία αυτοκινήτων, πρατήρια καυσίμων, κάλυψη αναγκών μετακίνησης, κλπ.). Η μη επιβολή δασμών καθιστά πολύ ελκυστική την αγορά αυτοκινήτων από τους καταναλωτές αλλά η δυνητική επιβάρυνση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ίσως να υπερβαίνει τα όποια οφέλη από την προστιθέμενη αξία του αγαθού.

 

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους ένα κράτος μπορεί να θέλει να επιβάλει δασμούς επί εισαγόμενων αγαθών. Ένας λόγος μπορεί να είναι η προστασία κάποιας στρατηγικού χαρακτήρα εγχώριας βιομηχανίας όπως για παράδειγμα η παραγωγή επεξεργαστών και μικρό-επεξεργαστών. Εδώ, η όποια απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη της μόνο οικονομικά κριτήρια, αλλά υπεισέρχονται και ζητήματα στρατηγικής στόχευσης του κράτους. Ένας άλλος λόγος μπορεί να είναι η προστασία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα των ΗΠΑ, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι εδώ και δεκαετίες  συντηρούν ένα πολύ μεγάλο έλλειμα στις τρέχουσες συναλλαγές το οποίο καλύπτουν συνεχώς με την εκτύπωση χαρτονομισμάτων και χρεογράφων του Αμερικανικού Δημοσίου. Η εκτύπωση αυτών των δολαρίων και χρεογράφων δεν δημιουργεί εκφυλιστικές πληθωριστικές πιέσεις διότι η παγκόσμια ζήτηση για δολάρια και αμερικανικά χρεόγραφα καλύπτει την προσφορά τους. Η συντήρηση και διαιώνιση όμως αυτού του εμπορικού ελλείμματος έχει πράγματι, οδηγήσει στην αποβιομηχάνιση της παραγωγικής διαδικασίας τους. Η άκριτη όμως επιβολή οριζόντιων δασμών δεν αποτελεί λύση για το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Αντίθετα, η ιστορία μας έχει δείξει ότι οι εμπορικοί πόλεμοι και ο προστατευτισμός οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια είτε στην εμφάνιση ύφεσης είτε στην εμβάθυνση αυτής. Το μεγαλύτερο τους πρόβλημα αυτή τη στιγμή συνίσταται στο γεγονός ότι υπάρχει έλλειμμα παραγωγικότητας σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας τους, γεγονός που καθιστά τα παραγόμενα αγαθά τεχνολογικά και ποιοτικά υποδεέστερα από τα εισαγόμενα. Όπως ανέφερα και ποιο πριν, κανένας δασμός δεν πρόκειται να φέρει νέα εργοστάσια και θέσεις εργασίας στον τομέα του ενδύματος διότι κανένας εργάτης των ΗΠΑ δεν είναι διατεθειμένος να δουλέψει με τόσο χαμηλά ημερομίσθια ή τόσο κακές συνθήκες εργασίας όσο ο Ασιάτης ομόλογος του. Κανένας δασμός δεν πρόκειται να ανατρέψει την εικόνα στην αυτοκινητοβιομηχανία όπου, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά παγκοσμίως, οι καταναλωτές αν θέλουν ποιοτικά και τεχνολογικά υπέρτερα οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης, αγοράζουν Γερμανικά ή Ιαπωνικά οχήματα και ας είναι κατά πολύ ακριβότερα από άλλες επιλογές. Αντίθετα επί ηλεκτρικά κινούμενων οχημάτων, η αμερικανική εταιρεία TESLA επικράτησε διότι υπήρξε πρωτοπόρος και τεχνολογικά υπέρτερη ακόμα και σε σχέση με ιστορικές αυτοκινητοβιομηχανίες – κολοσσούς.      

 

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, στις μέρες μας, η σύνθετη και περίπλοκη αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών καθώς και η περιπλοκότητα ως προς την παραγωγή των σύγχρονων καταναλωτικών αγαθών, καθιστά αδύνατη την πλήρη αυτάρκεια και τον απομονωτισμό ενός κράτους. Η χρυσή εποχή ανάπτυξης των ΗΠΑ κατά τον 19ο αιώνα όπου η μεγέθυνση της οικονομίας ακολουθούσε τόσο φρενήρεις ρυθμούς που τα έσοδα από τους δασμούς κάλυπταν τις δαπάνες του κράτους έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί για δύο λόγους. Αφενός, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, η παραγωγική διαδικασία είναι τεχνολογικά απείρως πιο σύνθετη απαιτώντας για την παραγωγή οποιουδήποτε αγαθού πολλαπλάσιους συντελεστές σε σχέση με το παρελθόν. Οι συντελεστές αυτοί είναι απίθανο να βρίσκονται όλοι εντός της γεωγραφικής επικράτειας ενός μόνο κράτους, ενώ η ειδίκευση ορισμένων κρατών σε ορισμένους τομείς παραγωγής (π.χ. η εξειδίκευση της Ταιβάν στην παραγωγή μικροεπεξεργαστών) τους δίδει συντριπτικό συγκριτικό πλεονέκτημα καθιστώντας οικονομικά επιζήμια την αναζήτηση οποιασδήποτε άλλης λύσης. Ο άλλος λόγος είναι ότι οι σύγχρονες οικονομίες στηρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην καταναλωτική δαπάνη. Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, της εικόνας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της άμεσης ικανοποίησης αναγκών μέσα από το πάτημα ενός ψηφιακού κουμπιού. Αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση στηρίζει τουλάχιστον τα τρία τέταρτα μιας ανεπτυγμένης οικονομίας. Τυχόν διατάραξη της ομαλής καταναλωτικής συμπεριφοράς θα έχει τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο σε σχέση με τα όποια οφέλη, αν αυτά όντως υπάρχουν, μιας οριζόντιας, προστατευτικής δασμολογικής πολιτικής.

 

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω ότι για τη δημιουργία ενός εμπορικού ελλείμματος όπως του αμερικανικού χρειάζονται δύο παίκτες για να λειτουργήσει. Η Κίνα μετατράπηκε σε ένα «παγκόσμιο εργοστάσιο» το οποίο παράγει φθηνά και ποιοτικά καταναλωτικά αγαθά σε λογικές τιμές. Αυτό μπορεί να το κάνει διότι οι εργαζόμενοι της δουλεύουν με ωράρια, απολαβές και συνθήκες οι οποίες είναι κατά πολύ υποδεέστερες αυτών που ισχύουν σε δυτικές οικονομίες[1]. Η πώληση πάσης φύσεως καταναλωτικών αγαθών προς την Δύση προσφέρει ένα διόλου ευκαταφρόνητο εμπορικό πλεόνασμα στην Κίνα το οποίο της προσφέρει οικονομική ευρωστία και άρα ισχύ. Το εμπορικό αυτό πλεόνασμα η Κίνα, έως σήμερα, το είχε επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε χρεόγραφα του αμερικανικού δημοσίου, επένδυση η οποία αποτελούσε ασφαλές καταφύγιο με σίγουρες αποδόσεις. Η κίνηση αυτή δημιουργούσε ζήτηση για αμερικανικά χρεόγραφα προσφέροντας εξυπηρέτηση δημοσίου χρέους για τις ΗΠΑ με πολύ ανταγωνιστικά και χαμηλά επιτόκια. Επιπλέον, η μετατροπή των ΗΠΑ σε παγκόσμιο αγοραστή αγαθών επέτρεψε στο δολάριο να καταστεί αφενός αποθετικό νόμισμα των κεντρικών τραπεζών και αφετέρου, νόμισμα διεκπεραίωσης της πλειοψηφίας των εμπορικών συναλλαγών παγκοσμίως. Το διαχρονικό οικονομικό όφελος της αμερικής από τις ανωτέρω συνθήκες βοήθησε σημαντικά στην εδραίωση της ηγεμονίας τους και αποτελεί σημαντικό συντελεστή ισχύος για αυτές. Η παρενέργεια της μετατροπής των ΗΠΑ σε παγκόσμιο καταναλωτή είχε βεβαίως και επιπτώσεις όπως την απώλεια παραγωγικότητας και την έξοδο της βιομηχανικής της παραγωγής προς άλλες χώρες. Το όφελος όμως το οποίο αποκόμισαν ως θεμελιωτής και ρυθμιστής της παγκοσμιοποίησης και του παγκοσμιοποιημένου εμπορείου ειδικότερα ήταν και είναι πολλαπλάσιο των όποιων αρνητικών συνεπειών. Η άκριτη υιοθέτηση οριζόντιων εμπορικών δασμών, κατ’ ελάχιστον αυξάνει την αβεβαιότητα στην οικονομία ενώ στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση και στασιμότητα όπως ακριβώς συνέβη με τον προστατευτισμό της δεκαετίας του 30. Ακόμα και αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επιλέξει την εν λόγω πολιτική ως διαπραγματευτικό χαρτί έναντι της Κίνας και άλλων χωρών, ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται το συγκεκριμένο εργαλείο πολιτικής, μακροπρόθεσμα, οδηγεί σε απώλεια εμπιστοσύνης των συμμάχων της προς αυτές. Ο φόβος είναι πάντοτε ικανό κίνητρο συμμόρφωσης πλην όμως ουδέποτε είναι το πιο αποτελεσματικό. Ορισμένες χώρες ενδεχομένως να πειθαρχήσουν τώρα με τα όποια ανταλλάγματα ζητούνται, αναζητώντας όμως λύσεις για να απαγκιστρωθούν από την αμερικανική εξάρτηση. Θυμίζω και πάλι ότι μεγάλο μέρος της αμερικανικής ισχύος συνίσταται στο ότι είναι «ο παγκόσμιος αγοραστής» αγαθών. Αν πάψει να καλύπτει αυτόν τον ρόλο, θα βρεθούν άλλοι παίκτες να καλύψουν το κενό.

 



[1] Ως προς την σύγκριση συνθηκών εργασίας, εργασιακής κουλτούρας και απολαβών εργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αποκαλυπτικό είναι το ντοκιμαντέρ American Factory


31 Μαρ 2025

Είναι η Ουκρανία η νέα Τσεχοσλοβακία του 1938;

 

Αμέσως μετά την στρατικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας θέτει σε εφαρμογή το επόμενο σχέδιο του που δεν είναι άλλο από την υλοποίηση του οράματος της «Μεγάλης Γερμανίας». Το σχέδιο αυτό δεν είναι καινοφανές και υφίσταται ήδη από την εποχή των εθνικών επαναστάσεων στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο Αδόλφος Χίτλερ δίνει μια νέα «πνοή» στο σχέδιο αυτό απαιτώντας οι απανταχού γερμανόφωνοι ανά την Ευρώπη να ενσωματωθούν εδαφικά με την «μητέρα» Γερμανία[1]. Ήδη, τον Μάρτιο του 1938, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια σφαίρα, η Γερμανία επιτυγχάνει την προσάρτηση της Αυστρίας. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, με αφορμή τους γερμανόφωνους πληθυσμούς του Sudetenland[2], η Γερμανία εξαπολύει κλεφτοπόλεμο και εκτεταμένες προπαγανδιστικές επιχειρήσεις κατά της Τσεχοσλοβακίας απειλώντας ανοιχτά με πλήρη πολεμική σύγκρουση σε περίπτωση όπου δεν γίνουν δεκτά τα αιτήματα της. Αυτά δεν είναι άλλα από την προσάρτηση στην Γερμανία της περιοχής Sudetenland. Η Τσεχοσλοβακία, αποτελεί στρατιωτικό σύμμαχο της Γαλλίας[3], αλλά οι Δυτικές Δημοκρατίες (Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία), υπό τις τότε ηγεσίες τους, δεν είναι πρόθυμες να πάνε σε γενικευμένο πόλεμο με την Γερμανία προκειμένου να διασφαλίσουν την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Ο εφιάλτης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ακόμα νωπός στις μνήμες των πολιτών και οι τότε ηγεσίες των χωρών αυτών (Neville Chamberlain και Edouard Daladier) θέλουν με κάθε τρόπο να αποφύγουν μια νέα «χαμένη γενιά». Στις 29 με 30 Σεπτεμβρίου του 1938, υπογράφεται η περιβόητη συμφωνία του Μονάχου όπου Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία συμφωνούν στην παραχώρηση του Sudetenland στην Γερμανία με αντάλλαγμα την διασφάλιση της ευρωπαϊκής ειρήνης[4]. Η συνέχεια, λίγο ως πολύ γνωστή, αφού έως την άνοιξη του 1939 είχε ολοκληρωθεί ο τεμαχισμός και η κατοχή ολόκληρης της τότε Τσεχοσλοβακίας από την Γερμανία.

 

Η συμφωνία του Μονάχου έχει μείνει γνωστή στην ιστορία ως το κλασσικό παράδειγμα όπου η προσπάθεια κατευνασμού του επιτιθέμενου οδηγεί απλώς στην αύξηση της επιθετικότητας του αφού διαισθάνεται την αδυναμία της άλλης πλευράς. Ερχόμενοι λοιπόν στο σήμερα θα εξετάσουμε αν η Ουκρανία είναι η νέα Τσεχοσλοβακία του 1938. Υπάρχουν ομοιότητες αλλά και διαφορές τις οποίες θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε. Κατ’ αρχήν, τόσο η μεσοπολεμική Τσεχοσλοβακία όσο και η μετασοβιετική Ουκρανία ήταν και είναι τεχνητά κράτη – μορφώματα. Η μεν Τσεχοσλοβακία αποτελούσε μια τεχνητή συνένωση πρώην επαρχιών της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας η οποία εντός των εδαφών της εμπεριείχε Τσέχους, Σλοβάκους, Πολωνούς και Γερμανούς. Εμπεριείχε δηλαδή πληθυσμούς οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να συγκατοικήσουν μαζί. Η δε Ουκρανία, αποτελεί επίσης μια συνένωση πρώην εδαφών της Αυστροουγγαρίας (επαρχία της Γαλικίας), του παλαιού βασιλείου της Πολωνίας[5] καθώς και εδαφών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο πληθυσμός της αποτελεί ένα μείγμα από Πολωνούς, Ρουθένους, Ουκρανούς, Τατάρους και Ρώσους. Η χώρα είναι χωρισμένη σε έναν άξονα ανατολής – δύσης, όπου στην ανατολή επικρατούν οι ρωσόφωνοι και οι ορθόδοξοι ενώ δυτικά επικρατούν οι ουκρανοί και οι καθολικοί. Το δυτικό κομμάτι της χώρας θεωρεί εαυτόν ότι ανήκει στην κεντρική Ευρώπη ενώ το Ανατολικό κομμάτι βρίσκεται πιο κοντά στη Ρωσία[6]. Και για τις δύο χώρες, οι δυτικές δημοκρατίες υποσχέθηκαν άμεσα ή έμμεσα εγγυήσεις ασφαλείας αλλά στο δια ταύτα, καμιά χώρα δεν θέλησε να εναντιωθεί δυναμικά στον εισβολέα. Μέσα από αυτόν τον παραλληλισμό, Ουκρανίας του σήμερα και Τσεχοσλοβακίας του 1938, θα εξετάσουμε τα ζητήματα ασφαλείας του σήμερα τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και στο επίπεδο της χώρας.

 

Είναι σαφές ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες πιάστηκαν, κατά κοινή ομολογία, στον «ύπνο» από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία παρότι οι προειδοποιητικές βολές είχαν ήδη ριφθεί κατά την αναίμακτη, de facto προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Και πιάστηκαν απροετοίμαστες για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι για δεκαετίες βάσισαν την πολιτική ασφαλείας τους στον αμερικανικό παράγοντα. Αυτό που ο πρόεδρος Trump άκομψα αναφέρει ως «ήρθε οι ώρα οι Ευρωπαίοι να πληρώσουν για την ασφάλεια τους» είναι, εν τέλει, μια αλήθεια. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες, θεωρώντας την λήξη του Ψυχρού Πολέμου ως «το τέλος της ιστορίας» περιόρισαν δραστικά τις αμυντικές δαπάνες τους και περιέκοψαν τα μεγέθη των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Επέλεξαν δηλαδή, να βασιστούν στην σκληρή ισχύ των ΗΠΑ για την εγγύηση της δικής τους επιβίωσης. Το δεύτερο σφάλμα των ευρωπαίων ήταν ότι πίστεψαν υπερβολικά στην ισχύ της «παγκοσμιοποίησης» και στον «θάνατο» του παραδοσιακού έθνους – κράτους[7]. Η τεχνολογία έχει εκμηδενίσει τις παγκόσμιες αποστάσεις και έχει καταστήσει αναγκαία την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις με την Ρωσία, πίστευαν οι ευρωπαίοι ηγέτες, πέραν των προφανών οικονομικών κερδών και για τα δύο μέρη[8], θα αποτελούσε παράγοντα χαλιναγώγησης του παραδοσιακού ρωσικού επεκτατισμού.

 

Πράγματι, η οργάνωση της παραγωγικής οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο μεταφράζεται σε μια κατάσταση σύνθετης αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών που όμοια της δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν στην ανθρώπινη ιστορία. Πλην όμως, η πρόσφατη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έδειξε ότι, όταν το κράτος θέλει, κόβει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης με οποιοδήποτε κόστος. Οι εμπορικές σχέσεις ιστορικά έχουν χρησιμοποιηθεί από τα κράτη ως μοχλός ισχύος. Όταν όμως σε μια εμπορική σχέση μεταξύ κρατών η σκληρή ισχύς της μιας πλευράς βρίσκεται σε αποδρομή, τότε η άλλη πλευρά δεν θα διστάσει να εκμεταλλευτεί αυτήν την αδυναμία όσο προσοδοφόρα και αν είναι η εμπορική σχέση για τις δύο πλευρές. Οι χώρες της Ευρώπης, σύρθηκαν ήδη από την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα σε μια επέκταση των οικονομικών και στρατιωτικών μηχανισμών τους (ΕΕ και ΝΑΤΟ) κινούμενες σε ζωτικούς χώρους της Ρωσίας. Τότε, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα τεκταινόμενα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν ζωηρό και τροφοδοτούσε την συνεχή εξάπλωση προς Ανατολάς. Η άνοδος όμως της Κίνας ως ανταγωνιστή των Η.Π.Α. στο ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα μετατόπισε το ενδιαφέρον τους από την Ευρώπη στην Ασία. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν την δυνατότητα να συντηρούν ανοιχτά μέτωπα σε πολλές γεωγραφικές περιοχές και για αυτόν το λόγο επικεντρώνουν πλέον την προσοχή τους στην Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό, αφήνοντας κενό εξουσίας κυρίως στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή. Οι Ευρωπαϊκές χώρες, εμπλεκόμενες στην «πορτοκαλί» επανάσταση της Ουκρανίας ήδη από το 2013, εισήλθαν σε έναν χώρο τον οποίο η Ρωσία θεωρεί ζωτικό για την ύπαρξη της. Εισήλθαν όμως σε αυτό τον χώρο βασιζόμενες στην σκληρή ισχύ των ΗΠΑ δίχως να έχουν οι ίδιες τα απαιτούμενα μέσα σκληρής ισχύος για να παρέχουν εγγυήσεις ασφαλείας στις χώρες όπου επενέβησαν. Η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 θα έπρεπε να είχε αποτελέσει ένα ηχηρό μήνυμα αφύπνισης για τις χώρες τις Ευρώπης αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

 

Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά δύσκολο σημείο. Η επικράτηση του απομονωτιστή Trump απλώς επιβεβαίωσε, αφενός την μετατόπιση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ προς την Ασία και αφετέρου την διάθεση απεμπλοκής τους από το ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα με το αζημίωτο. Η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει, όχι μόνο το κόστος της δικής της ασφάλεια αλλά θα πρέπει να αναπτύξει και την, σε καχεκτικό επίπεδο σήμερα, ικανότητα της να προβάλει σκληρή ισχύ προς τα έξω. Αν ανοιχτά επιδιώξει τον κατευνασμό της ρωσικής επιθετικότητας από ανίσχυρη θέση, τότε απλά ανοίγει την όρεξη του επιτιθέμενου για νέες επεκτάσεις. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, η γερμανική προπολεμική επιθετικότητα ξεκίνησε με την επαναστρατικοποίησης της Ρηνανίας το 1936, ακολούθησε η προσάρτηση της Αυστρίας το 1938, η προσάρτηση του Sudetenland το 1938, η διάλυση και ο τεμαχισμός της Τσεχοσλοβακίας το 1939, η προσάρτηση του θύλακα του Memel το 1939, για να ακολουθήσει η εισβολή στην Πολωνία και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Πριν την κήρυξη του, οι τότε δυτικές δημοκρατίες προσπαθούσαν μάταια και από ανίσχυρη θέση να κατευνάσουν τις γερμανικές επιδιώξεις. Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη από μόνη της δεν διαθέτει ούτε τα μέσα ούτε την θέληση για να αποτρέψει μια ουκρανική κατάρρευση. Δεν υπάρχει καλό σενάριο εξόδου από την ουκρανική κρίση για την Ευρώπη. Αν αποδεχτεί τα ρωσικά εδαφικά κεκτημένα κινδυνεύει να εισέλθει σε ένα σπιράλ κατευνασμού του επιτιθέμενου από δυσχερή θέση. Αν επιμείνει να στηρίξει την Ουκρανία, τότε το καλύτερο δυνατό σενάριο είναι μια πολεμική τελμάτωση στα μέτωπα και η δημιουργία ενός τεράστιου αποτυχημένου κράτους (failed state) στα ανατολικά σύνορα της. Το χειρότερο σενάριο είναι η ολοκληρωτική κατάρρευση της Ουκρανίας, η μετατροπή της σε ένα κράτος – δορυφόρο της Ρωσίας στο πρότυπο της Λευκορωσίας, η παγίωση των ψυχροπολεμικών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης και η διαρκής ανησυχία ενός μελλοντικού χτυπήματος (π.χ. σε χώρες της Βαλτικής). Εν τω μεταξύ η Ευρώπη έχει απωλέσει την φθηνή ρωσική ενέργεια και τις πρώτες ύλες, έχει απωλέσει μια μεγάλη αγορά για τα προϊόντα της και τις επενδύσεις της, ενώ έχει μετατρέψει τη Ρωσία σε ανοιχτά εχθρικό κράτος, ελεύθερο να προβεί σε διασπαστικές κινήσεις εντός της (βλέπε Ουγγαρία και Σλοβακία). Η υπερεθνική δομή της (Ευρωπαϊκή Ένωση) η οποία είναι παραλυτικά αργή στη λήψη αποφάσεων, την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικές παρεμβάσεις (τόσο η Ρωσία όσο εσχάτως και οι ΗΠΑ παρενέβησαν άμεσα ή έμμεσα σε κρίσιμες εκλογικές διαδικασίες) και έκθετη σε εξωτερικές πιέσεις τύπου «διαίρει και βασίλευε».

 

Σε ότι αφορά την Ελλάδα η διεθνής συγκυρία, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζει ευκαιρίες, κάθε άλλο παρά ανέφελη είναι. Είναι θετικό το γεγονός ότι η Ευρώπη, έστω και αργά, αποδέχθηκε την ανάγκη πραγματοποίησης ικανού ύψους στρατιωτικών δαπανών, πράγμα το είναι θετικό για τη χώρα μας για δύο λόγους. Αφενός προσφέρει κατανόηση ως προς τα δημόσια οικονομικά της χώρας μας σε ότι έχει να κάνει με τις αμυντικές δαπάνες και αφετέρου, προσφέρει ευκαιρίες για μελλοντικές αγορές ευρωπαϊκού αμυντικού υλικού μέσα από κοινές δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν όμως και πολύ μεγάλοι κίνδυνοι στον ορίζοντα. Η τυχόν υπογραφή μιας συμφωνίας τύπου Μονάχου ως προς την Ουκρανία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη χώρα μας γιατί νομιμοποιεί και καθιστά ελκυστική επί της ουσίας την πρακτική της εισβολής και κατοχής εδάφους ξένης χώρας. Πέραν αυτού, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεχθεί κάποιο ανεπανόρθωτο πλήγμα στο μέλλον[9], τυχόν εξασθένιση ή χειρότερα διάλυση της, θα αποτελούσε καταστροφή για τη χώρα μας. Δυστυχώς, μέσα από την συνεχή αδιαφορία που διαχρονικά έχουν επιδείξει οι κυβερνήσεις της χώρας μας ως προς τους συντελεστές ισχύος της, η διαρκής πτώση της παραγωγικότητας, ο διαρκώς φθίνων και γηράσκων πληθυσμός της και η ολική εξάρτηση της οικονομίας μας από την κατανάλωση και τις υπηρεσίες (π.χ. τουρισμός), έχουν καταστήσει την Ελλάδα εξαρτημένη, τρόπον τινά, από τις εισροές κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόσφατη ενεργειακή και εν συνεχεία πληθωριστική κρίση εξ αιτίας της σύρραξης στην Ουκρανία, ανέδειξε με ξεκάθαρο τρόπο το πόσο επικίνδυνες είναι για ένα κράτος οι μονόπλευρες εξαρτήσεις. Η μοναδική διέξοδος της Ελλάδος μέσα σε ένα ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο πολύ-πολικό περιβάλλον συνίσταται στην υιοθέτηση πολιτικών πολλαπλασιασμού της ισχύος της (τεχνολογία) και την εκάστοτε σύμπλευση της με πόλους ισχύος τα συμφέροντα των οποίων συμπλέουν με αυτά της χώρας μας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα για να επιβιώσει στην επικίνδυνη γειτονία στην οποία ζει θα πρέπει να αντιγράψει όλα όσα έχει κάνει και κάνει το Ισραήλ διαχρονικά για να επιβιώνει (small state survival). Στις διεθνείς σχέσεις δεν υφίσταται η έννοια του καλού ή του κακού ούτε υπάρχει η έννοια της διαπροσωπικής ηθικής. Υπάρχουν συμφέροντα και το υπέρτατο συμφέρον του κάθε κράτους είναι η επιβίωση του.              

 

 



[1] Ιδεολογικά αυτό εκφραζόταν από τις θεωρίες Heim ins Reich” (όλοι οι Γερμανοί στην μητέρα Γερμανία) και Lebensraum(ζωτικός χώρος για τους Γερμανούς και την Γερμανία)

[2] Συνοριακή μεσοπολεμική (1919 – 1939) επαρχία της τότε Τσεχοσλοβακίας με την τότε Γερμανία. Απαρτίζονταν από περίπου τρία εκατομμύρια Γερμανούς και γερμανόφωνους κατοίκους οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή από τον Μεσαίωνα. Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, βρέθηκαν υπό το νεόκοπο κράτος της Τσεχοσλοβακίας ενώ προηγουμένως ανήκαν στην αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας. 

[3] Η Γαλλία κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου είχε συμμαχία με αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σε μια προσπάθεια περικύκλωσης της Γερμανίας και άλλων αναθεωρητικών δυνάμεων. Η συμμαχία αυτή ονομαζόταν Little Ententeως μια προσπάθεια παραλληλισμού με την Entente (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ρωσική Αυτοκρατορία) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου

[4] Ο τότε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Neville Chamberlain είχε αναφωνήσει κραδαίνοντας το υπογεγραμμένο έγγραφο της συμφωνίας: “Peace in our time”.

[5] Τεμαχίστηκε ανάμεσα στην Πρωσία, την Ρωσία και την Αυστρία από το 1772 έως το 1795

[6] Για περισσότερα σχετικά με την Ουκρανία, βλέπε σχετικά κείμενα μου: «Το Ουκρανικό Ζήτημα» (04/03/2014) και “Ukrainian Vortex” (27/02/2022)

[7] Προφητικά ο Holsti Kalevi είχε προβλέψει ήδη από το 1985 πως το κράτος και οι διεθνείς σχέσεις πάντοτε θα υπάρχουν ακριβώς διότι αυτή είναι η φύση του διεθνούς συστήματος. Για περισσότερα δες Holsti, K. J. “The Necrologists of International Relations.” Canadian Journal of Political Science / Revue Canadienne de Science Politique, vol. 18, no. 4, 1985, pp. 675–95. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/3228058. Accessed 31 Mar. 2025

[8] Ανεξάντλητη φθηνή και καθαρή ενέργεια μέσω του ρωσικού φυσικού αερίου για την Ευρώπη, πλούσιος και κοντινός αγοραστής των ρωσικών πρώτων υλών η Ευρώπη για την Ρωσία

[9] Στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές, παρά την εξόφθαλμη και συχνά μη φιλική στήριξη των ευρο-σκεπτικιστικών ακροδεξιών κομμάτων από παράγοντες εντός ή πέριξ της αμερικανικής κυβέρνησης, απεφέχθει την ύστατη στιγμή κάποια αρνητική εξέλιξη.