8 Απρ 2011

Debtocracy


Κυκλοφορεί ελεύθερα από χθες ένα αρκετά αξιόλογο ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στην οικονομική κρίση της χώρας μας με τον τίτλο “Debtocracy” (ολόκληρο το βίντεο μπορείτε να το δείτε μέσω του παρακάτω link)


Πρόκειται για μια καλοδουλεμένη παραγωγή την οποία αξίζει τον κόπο να δει κανείς. Για όσους δεν το έχουν δει, εν συντομία αναφέρεται στα δεινά που προκαλεί στη χώρα μας το χρέος, για το πόσο λανθασμένα είναι τα οικονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι δανειστές μας, ενώ αναφέρεται εκτενώς στα παραδείγματα της Λατινικής Αμερικής (Μεξικό, Αργεντινή, Εκουαδόρ). Τέλος, γίνεται αναφορά στο παράδειγμα του Εκουαδόρ και πως αυτό απαλλάχτηκε από μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους του επικαλούμενο νομολογία περί «ειδεχθούς χρέους». Ενώ είναι πολύ καλή παραγωγή γενικά, εν τούτοις θεωρώ ότι αντιμετωπίζουν τη διάσταση του χρέους μονόπλευρα. Και εξηγώ τη διαφωνία μου ως προς ορισμένα σημεία του φιλμ:

Α) Ο λαός δε φέρει ευθύνη για το χρέος και δεν πρέπει να το πληρώσει

Παρουσιάζεται γενικά ο «λαός» ως ένα άβουλο, ανήλικο βρέφος το οποίο δε γνώριζε, δεν ήξερε και δεν ευθύνεται. Σίγουρα η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τους περίπλοκους μηχανισμούς χρηματοδότησης του χρέους. Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία του κόσμου (ιδιωτικός τομέας, μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίες επιχειρήσεις) δε βούτηξε «το χέρι στο μέλι». Όμως, όλος ο κόσμος κατανοεί τη βασική αρχή ότι όταν ένας ιδιώτης, μια επιχείρηση, ένα κράτος ξοδεύουν παραπάνω από όσα εισπράττουν τότε αργά ή γρήγορα θα χρεοκοπήσουν. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το μεταπολιτευτικό όνειρο της ελληνικής αστικής οικογένειας είναι να δει τα τέκνα της αποκατεστημένα με μια δουλεία στο δημόσιο. Όταν μεταπολιτευτικά τα δύο κόμματα εξουσίας αποσπούν σε σταθερή βάση ποσοστά πάνω από 80%, με την προσέλευση στις εκλογικές αναμετρήσεις να βρίσκεται σταθερά πάνω από το 70%, τότε είναι λίγο δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι ο λαός είναι εντελώς άμοιρος ευθυνών.

Β) Το χρέος είναι μη διαχειρίσιμο και τα μέτρα που λαμβάνονται είναι προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να πάμε πέρυσι σε διαπραγμάτευση χρέους.

Τα μέτρα που λαμβάνονται είναι όντως καταστροφικά και επιδεινώνουν, αντί να επιλύουν το πρόβλημα του χρέους. Αναφέρονται τα παραδείγματα κουρέματος χρέους του Εκουαδόρ, της Αργεντινής και του Μεξικού. Όμως τα παραδείγματα αυτά είναι ανόμοια με την ελληνική πραγματικότητα. Γιατί αφενός και οι τρεις χώρες είναι εξαγωγικές οικονομίες, πλούσιες σε πρώτες ύλες (πετρέλαιο για το Εκουαδόρ και το Μεξικό, σιτάρι και κτηνοτροφικά προϊόντα για την Αργεντινή) και αφετέρου το βιοτικό τους επίπεδο μετρημένο σε κατά κεφαλήν εισόδημα υπολείπεται του ελληνικού. Όταν έχεις το μισό ή λιγότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σε σχέση με το ελληνικό, δηλαδή όταν η οικονομία σου βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου ήταν η ελληνική τη δεκαετία του 60 ή του 70 δεν έχεις και πολλά να χάσεις από μια αναδιάρθρωση χρέους. Η δε Αργεντινή που είναι μια οικονομία μεγαλύτερη από τη δική μας και με κατά κεφαλήν εισόδημα λίγο χαμηλότερο από το δικό μας υπέστη μεγάλη καθίζηση της οικονομίας της (-15% για το 2002 και -15% για το 2003) μετά από παρέμβαση του ΔΝΤ και κατόπιν κούρεμα του χρέους της. Στη συνέχεια υπήρξε θετική αντίδραση της οικονομίας της, αλλά η καταστροφή της μεσαίας αστικής τάξης (απαξίωση μισθών και καταθέσεων, κατακόρυφη αύξηση της αξίας του ιδιωτικού χρέους) είναι γεγονός. Να διαπραγματευτούμε το χρέος, σύμφωνοι. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να διαθέτει όραμα και αποφασιστικότητα η ηγεσία της χώρας (able and willing) και δεύτερον, να βγει και να πει την αλήθεια για τις συνέπειες μια αναδιάρθρωσης στον κόσμο. Ήταν το 2010 διατεθειμένος ο πληθυσμός να δει το κράτος σε γενικευμένη στάση πληρωμών για ακαθόριστο διάστημα; Ήταν διατεθειμένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι να μην πληρωθούν για κάποιους μήνες (όπως γίνεται κατά κόρον στον ιδιωτικό τομέα, η εξαίρεση έχει φτάσει να είναι να πληρώνεται κανείς στην ώρα του) ή να κοπούν γενικά οι μισθοί και οι συντάξεις όλων στο μισό; Σίγουρα η οικονομία θα είχε αναπνεύσει από τα τοκοχρεολύσια και σε διάστημα 2 – 3 χρόνων με τους κατάλληλους χειρισμούς θα ορθοποδήσει. 

 
Εικόνα 1. Η πορεία του ΑΕΠ της Αργεντινής από το 2000 έως το 2009

Ήμασταν διατεθειμένοι να ξεχάσουμε τη ζωή μας όπως την ξέραμε αν προχωρούσαμε σε αναδιάρθρωση; Η αναδιάρθρωση εν τέλει είναι θέμα χρόνου να γίνει. Πρώτα θα διασωθούν οι ευρωπαϊκές και άλλες τράπεζες που μας δάνεισαν και μετά, αφού αφαιρέσουν οτιδήποτε χρήσιμο από το κράτος (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ και λοιπά ασημικά) θα μας αφήσουν να πέσουμε. Τότε όμως η αναδιάρθρωση θα γίνει υπό τους όρους των κρατών που κατέχουν τα χρεόγραφα μας (Γαλλία, Γερμανία) και όχι υπό τους δικούς μας. Θα γίνει όταν θα έχει μετατραπεί η Ελλάδα σε κράτος δορυφόρο των δανειστών της και θα είναι ένα κράτος περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας. Η βουτιά που βλέπεται στην εικόνα 1 θέλει τόλμη και αλήθεια προς τον κόσμο. Και εμείς εδώ δεν διαθέτουμε τίποτα από τα δύο.

Το κλειδί της υπόθεσης που δεν αναφέρεται στην ταινία είναι ότι  η δομή της ελληνικής οικονομίας είναι τέτοια που και το 40% του χρέους να μείνει πάλι θα υπάρχουν προβλήματα.

Η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι η χώρα μας δεν παράγει τίποτα. Δεν φταίει τόσο το επίπεδο των μισθών και δεν είναι ότι δεν εργαζόμαστε αρκετά. Το πρόβλημα είναι πόσο παραγωγικοί είμαστε την ώρα που εργαζόμαστε και πόσο χρήσιμο είναι αυτό το οποίο παράγουμε εν γένει. Ακόμα πιο καίριο είναι το ερώτημα, που θέλουμε να δούμε τη χώρα μας μετά από 50, 60, 100 χρόνια; Πέρασαν 190 χρόνια από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους. Που θα βρίσκεται η Ελλάδα σε 190 χρόνια από τώρα; Που θέλουμε να πάμε το καράβι; Τι πρέπει να παράγουμε για να έχουμε ευημερία; Ποια οικονομική βάση πρέπει να έχουμε για να επιβιώσει η χώρα μας; Τι έχουν κάνει άλλες χώρες παρόμοιου μεγέθους με του δικού μας (Φινλανδία, Ισραήλ, Ταϊβάν) πρωτίστως για να επιβιώσουν και κατόπιν για να ευημερήσουν;

Η Ελλάδα έφτασε όπου έφτασε οικονομικά εξαιτίας ΚΑΙ δικών μας λανθασμένων χειρισμών. Η ταινία κλείνει δείχνοντας την εξέγερση του κόσμου στο Εκουαδόρ που έδιωξε τους κυβερνήτες που έδωσαν γη και ύδωρ στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Συγκροτήθηκε ανεξάρτητη επιτροπή λογιστικού έλεγχου του χρέους η οποία αποφάνθηκε ότι μόνο το 30% του χρέους θα έπρεπε να αποπληρωθεί. Ακόμα και αυτή η ενέργεια όμως απαιτεί το άτομο να βάλει το συμφέρον του συνόλου πάνω από το δικό του. Διότι μια εξέγερση δεν είναι ποτέ άνευ κόστους. Θλιβερή διαπίστωση αποτελεί ότι ο έλληνας δεν είναι σε καμιά περίπτωση διατεθειμένος να βάλει το ατομικό ή συντεχνιακό συμφέρον κάτω από το συνολικό συμφέρον. Εγώ δεν είδα καμιά διαμαρτυρία έξω από τη βίλλα του μακαρίτη του Παπανδρέου ενώ ακούγεται εντός της ταινίας η φωνή του να εξηγεί πως το χρέος θα βουλιάξει την Ελλάδα. Ναι αλλά ενώ γνώριζε το πρόβλημα τι έκανε για να το αποτρέψει; Η λαϊκή επιθυμία εκφράστηκε μέσα από το «δεν θα μας ρίξουν για ένα κωλόσπιτο» που είχε πει ο αείμνηστος Γιαννόπουλος. Δεν είδα κάποια διαμαρτυρία στις ΔΕΚΟ όπου τα έσοδα μισθοδοσίας είναι πολλαπλάσια των εσόδων. Κανείς από την ΑΔΕΔΥ δεν διαμαρτυρήθηκε πότε για όλα αυτά τα αίσχη που κατά καιρούς έχουν γίνει στο δημόσιο, είτε αυτά λέγονταν STAGE, είτε αργόμισθοι από την πίσω πόρτα του ΑΣΕΠ, είτε προκλητικές αποσπάσεις, είτε οποιαδήποτε από τις μυριάδες περιπτώσεις διαφθοράς.

Ακόμα και σήμερα να μας μηδένιζαν το χρέος, με τη νοοτροπία που έχουμε αποκτήσει, είναι σίγουρο ότι εντός 30 ετών θα βρισκόμασταν πάλι από εκεί που αρχίσαμε. Συχνά αναφέρεται ως παράδειγμα της ανωτερότητας μας ως λαόυ, το γεγονός ότι πολλοί συμπατριώτες μας διαπρέπουν στο εξωτερικό. Αυτό όμως έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι διαπρέπουν επειδή βρίσκονται εντός οργανωμένων κοινωνιών όπου υπάρχει στοιχειώδης σεβασμός στους θεσμούς και τους νόμους και όπου σε γενικές γραμμές ο πολίτης έχει σαφή δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αντί για υπερηφάνεια, θα έπρεπε να αισθανόμαστε ντροπή για το ότι η αφρόκρεμα της χώρας διαπρέπει στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα. Γιατί αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη ότι δε χειριζόμαστε σωστά τα του οίκου μας.      

4 Φεβ 2011

Δεν Πληρώνω, Δεν πληρώνω



Με αφορμή τη μεγάλη δημοσιότητα που έχει λάβει εσχάτως το κίνημα της γενικευμένης άρνησης πληρωμών για δημόσια αγαθά, είναι νομίζω σκόπιμο να αναφερθούν κάποιες αλήθειες σχετικά με αυτά. Το όλο πρόβλημα ξεκίνησε με τα διόδια των εθνικών οδών και έχει επεκταθεί στα μέσα μαζικής μεταφοράς αλλά και αλλού. Η όλη αυτή αναταραχή επιτείνεται από τη σύγχυση που επικρατεί σχετικά με τα δημόσια αγαθά, σχετικά με τα οποία κυριαρχεί η άποψη ότι είναι «δωρεάν». Παραφράζοντας γνωστό αξίωμα της οικονομικής επιστήμης, «δωρεάν» είναι μόνο το τυρί στη φάκα. Ας δούμε το γιατί:

Απλουστευμένα, δημόσια θεωρούνται τα αγαθά τα οποία είτε ο ιδιωτικός τομέας δεν δύναται να παράγει, είτε η παροχή τους από ιδιώτες δημιουργεί προβλήματα ως προς την πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν αγαθά όπως η εθνική άμυνα και η δημόσια ασφάλεια (παρότι υπάρχουν ιδιωτικές εταιρείες παροχής ασφάλειας εν τούτοις το κράτος διατηρεί το μονοπώλιο στη νόμιμη χρήση βίας) όπου αφενός το κόστος που απαιτείται είναι δυσθεώρητο και άνευ κέρδους για τον ιδιώτη επενδυτή και αφετέρου, δεν είναι σκόπιμο από μεριάς του κράτους να εκχωρήσει την παραγωγή τους στους ιδιώτες. Για αυτά τα αγαθά, πληρώνουν όλοι οι πολίτες αναλογικά με την οικονομική δυνατότητα τους μέσω άμεσης και έμμεσης φορολογίας. Είναι θεμιτό, οι πολίτες να πληρώνουν γενικά για τα δημόσια αγαθά περισσότερο μέσω άμεσης φορολογίας και λιγότερο μέσω έμμεσης. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν αγαθά όπως η υγεία, η παιδεία, οι υποδομές, τα ταχυδρομεία και λοιπές παροχές κοινής ωφελείας. Εδώ το κράτος επιτρέπει την παροχή δημοσίων αγαθών και από ιδιώτες καθορίζοντας νομοθετικά το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ταυτόχρονα, φροντίζει για την ίση πρόσβαση στα αγαθά αυτά σε όλους τους πολίτες του, ανεξάρτητα των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Η δεύτερη αυτή κατηγορία περιλαμβάνει αγαθά η χρήση των οποίων πραγματοποιείται από μερίδα μόνο πολιτών και ως εκ τούτου θεωρείται άδικο να βαρύνει φορολογικά το σύνολο. Για δημόσια αγαθά όπως οι αυτοκινητόδρομοι, τα ταχυδρομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το κόστος χρήσης βαρύνει τον χρήστη. Εδώ έρχεται η συμβολή του κράτους όπου είτε φροντίζει να παρέχει το ίδιο υπηρεσίες στο κόστος (δηλαδή άνευ κέρδους) είτε επιδοτεί ιδιωτικές εταιρείες προκειμένου να παράσχουν στο καταναλωτικό κοινό δημόσια αγαθά μειωμένης τελικής τιμής. Γενικά για τα δημόσια αγαθά, ανά μονάδα, ισχύει η παρακάτω εξίσωση:

Τιμή χρήσης αγαθού = Κόστος Παραγωγής του Αγαθού – Κρατική Επιδότηση

Κάπου εδώ λοιπόν είναι που αρχίζουν οι παρανοήσεις σχετικά με τα δημόσια αγαθά. Στην Ελλάδα είναι βαθιά ριζωμένη η άποψη ότι δημόσιο αγαθό σημαίνει δωρεάν αγαθό (δηλαδή Τιμή Αγαθού = Κρατική Επιδότηση) και πραγματικά αυτή είναι μια αντίληψη πέρα για πέρα λάθος. Όταν δεν πληρώνεις διόδια στην Εγνατία Οδό, επιβαρύνεις το κόστος συντήρησης της στο κάτοικο των νησιών του Αιγαίου που ουδέποτε θα κάνουν χρήση της. Όταν δεν πληρώνεις εισιτήριο στα μέσα μαζικής μεταφοράς επιβαρύνεις φορολογικά τον κάτοικο της επαρχίας που δεν τα χρησιμοποιεί. Είναι πέρα για πέρα άδικη κοινωνικά συμπεριφορά να επιρρίπτεις το κόστος χρήσης ενός δημοσίου αγαθού σε κάποιον που δεν το χρησιμοποιεί.

Για να κάνουμε όμως και τον συνήγορο του διαβόλου, είναι απαράδεκτη και ανεύθυνη η στάση όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα, όπου συσσώρευσαν μέσω κακοδιαχείρισης και σπατάλης τεράστια ελλείμματα στους οργανισμούς διαχείρισης κοινής ωφελείας. Τα ελλείμματα στις αστικές μεταφορές δεν δημιουργήθηκαν λόγω χαμηλού κόμιστρου, αλλά επειδή συσσωρεύτηκαν μυθώδη ποσά χρέους λόγω υπέρογκου κόστους παραγωγής του μεταφορικού έργου. Έτσι όπως είναι δομημένα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, μόνο για να ισοσκελιστεί το κόστος μισθοδοσίας των οργανισμών αστικών συγκοινωνιών το κόμιστρο θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσιο ακόμα και του σημερινού. Όμως ο πολίτης δεν φταίει σε τίποτα να πληρώνει 2 € εισιτήριο λεωφορείου επειδή στην κάθε ΔΕΚΟ έχουν διορισθεί εκατοντάδες αργόμισθοι. Σε σχέση με την παραπάνω εξίσωση, όσο περισσότερο ανεβαίνει το κόστος παραγωγής ενός δημοσίου αγαθού, τόσο πρέπει να αυξάνεται και το ύψος της κρατικής επιδότησης προκειμένου το κόμιστρο να παραμένει σταθερό. Επιπλέον, όσο περισσότεροι δεν πληρώνουν το κόμιστρο, τόσο πρέπει να αυξάνει η κρατική επιδότηση επιβαρύνοντας ολοένα και περισσότερο πολίτες που δεν χρησιμοποιούν το αγαθό.

Τα προβλήματα σε σχέση με τα δημόσια ξεπήδησαν μέσω των αναθέσεων συμβάσεων κατασκευής μεγάλων δημοσίων έργων σε ιδιώτες, χωρίς τη συμμετοχή του κράτους με μετρητά. Αυτές οι συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα είναι θεμιτές εφόσον είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένοι οι κανόνες του παιχνιδιού. Είναι αδιανόητο να επιβάλλεις διόδια σε ημιτελείς, παλαιούς, επικίνδυνους οδικούς άξονες πριν τους ολοκληρώσεις. Είναι αδιανόητο να μην φροντίζεις για τη διευκόλυνση στις μετακινήσεις γειτονικών περιοχών. Είναι αδιανόητο να κρύβεσαι πίσω από ιδιωτικές εταιρείες για την είσπραξη εσόδων του δημοσίου σε ποσοστό έως και 90% επί του κομίστρου.

Επιπρόσθετα, σε κατηγορίες δημοσίων αγαθών όπου παραγωγός του αγαθού είναι και το δημόσιο, η εγκληματική διαχείριση επί του παραγομένου αγαθού τόσο σε θέματα κόστους όσο και σε θέματα ποιότητας (με χαρακτηριστικά παραδείγματα εδώ υγεία και παιδεία) δημιουργούν το εξής εκπληκτικό: ο πολίτης αναγκάζεται να καταφύγει στον ιδιωτικό τομέα για να καλύψει τις ανάγκες του πληρώνοντας και το αντίστοιχο τίμημα, ενώ μέσω φορολογίας και κρατήσεων πληρώνει και για αγαθά τα οποία ξευτελίζονται συνεχώς και που είναι ελάχιστα ανταποδοτικά. Η Ελλάδα, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΑΣΑ (OECD: Organization for Economic Cooperation and Development, 34 χώρες μέλη) διαθέτει το 5,8% του ΑΕΠ της ως δημόσια δαπάνη για την υγεία και ένα 3,8% του ΑΕΠ ως ιδιωτική δαπάνη για την υγεία (http://stats.oecd.org/Index.aspx?QueryId=23072). Έχουμε κάτω του μέσου όρου δημόσιες δαπάνες για την υγεία η αποδοτικότητα των οποίων βαίνει μειούμενη, ενώ ταυτόχρονα η ποιότητα των παροχών υγείας φθίνει συνεχώς. Ταυτόχρονα οι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία αυξάνουν συνεχώς κατατάσσοντας μας πολύ πάνω του μέσου όρου και πλησίον του πρωταθλητή ιδιωτικών δαπανών υγείας, δηλαδή των Η.Π.Α. Η ίδια εικόνα ισχύει περίπου και για την παιδεία. Έτσι λοιπόν ο πολίτης μπορεί στα χαρτιά να απολαμβάνει δημόσια δωρεάν υγεία και δημόσια δωρεάν παιδεία αλλά ταυτόχρονα παρακολουθεί τη σπατάλη των φόρων του και την αφαίμαξη του πορτοφολιού του κάθε φορά που πληρώνει το φροντιστήριο ή που πηγαίνει σε μια ιδιωτική κλινική.

Λύσεις φυσικά και υπάρχουν και εφαρμόζονται με επιτυχία σε πλείστες χώρες ανά την υφήλιο. Κεντρικό συστατικό των εφαρμοζόμενων λύσεων είναι η ξεκάθαρη τοποθέτηση από μεριάς του κράτους, του ποσού της επιδότησης ανά δημόσιο αγαθό. Ξεκάθαρη και δημόσια τοποθέτηση ότι η τελική τιμή δημοσίων αγαθών διαμορφώνεται κατόπιν Χ ποσού δημόσιας επιδότησης του ανά μονάδα. Για παράδειγμα, σε ένα εισιτήριο αστικών συγκοινωνιών κόστους 1 € πρέπει να αναγράφεται ότι η τελική τιμή προκύπτει ως εξής:

Κόστος Μεταφοράς Επιβάτη: 1,40 €
Κρατική Επιδότηση Κόστους: 0,40 €
Τελική Τιμή Εισιτηρίου: 1 €

Είναι φυσικά αυτονόητο ότι το σύνολο των εσόδων από τα εισιτήρια και την κρατική επιχορήγηση πρέπει να ισοσκελίζεται με το σύνολο των δαπανών. Είναι αδιανόητο δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας να παράγουν σκανδαλωδώς ελλείμματα κατά τον τρόπο που γινόταν αυτό στο παρελθόν. Η ίδια λύση έχει εφαρμοστεί με επιτυχία στον τομέα της παιδείας. Παραθέτω το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας. Η Νέα Ζηλανδία παρατήρησε στα μέσα της δεκαετίας του 80, ότι οι δαπάνες για την παιδεία συνεχώς αυξάνονταν χωρίς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα να βελτιώνεται, ενώ ταυτόχρονα η ιδιωτική δαπάνη για την παιδεία αύξανε εκθετικά. Η εργατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση αποφάσισε τότε ένα ρηξικέλευθο μέτρο: τη χορήγηση επιδότησης ανά μαθητή στα σχολεία. Οι μαθητές δικαιούνταν ένα ποσό ανά έτος το οποίο μπορούσαν να διαθέσουν είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό σχολείο κατά βούληση. Στα μεν δημόσια σχολεία το ποσό της επιχορήγησης ήταν και το τελικό ποσό, στα δε ιδιωτικά σχολεία η επιχορήγηση αφαιρούταν από το ύψος των διδάκτρων. Ταυτόχρονα, δόθηκε στα σχολεία πλήρης ελευθερία στην πρόσληψη/απόλυση διδακτικού προσωπικού καθώς και στη διαμόρφωση του ύψους της αμοιβής τους και σχετική ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση του συμπληρωματικού διδακτικού υλικού (μαθήματα επιλογής, εξωσχολικές δραστηριότητες κ.α). Παρά τους φόβους για εντυπωσιακή αύξηση της φοίτησης στα ιδιωτικά σχολεία, τα αποτελέσματα κατέπληξαν τους πάντες: η φοίτηση στα ιδιωτικά σχολεία έπεσε από το 25% του μαθητικού πληθυσμού στο 13% με τάσεις διαρκής μείωσης. Τα δημόσια σχολεία ανταγωνίζονταν πιο θα προσελκύσει τους καλύτερους καθηγητές με αποτέλεσμα η ποιότητα της εκπαίδευσης διαρκώς να ανεβαίνει. Τα δημόσια σχολεία με καλή φήμη (όπως παλαιότερα τα πρότυπα/πειραματικά στην Ελλάδα) αναγκάζονται να πραγματοποιούν κληρώσεις για να δεχθούν τους μαθητές λόγω έντονης ζήτησης. Η παραγωγικότητα της δημόσιας δαπάνης για την παιδεία διπλασιάστηκε μέσα σε 10 χρόνια ενώ και η απόδοση των μαθητών σε τεστ δεξιοτήτων και γνώσεων αυξήθηκε σημαντικά. Το εντυπωσιακότερο όμως όλων, είναι ότι μειώθηκε η ψαλίδα ανάμεσα στο 10% των καλύτερων μαθητών και στο 10% των χειρότερων μαθητών, πράγμα που σημαίνει ότι βελτιώθηκε συνολικά η ποιότητα της παιδείας και δεν δημιουργήθηκαν μερικές νησίδες παραγωγής ελίτ.

Αλλά και στην υγεία, χώρες με εξαιρετικά ανεπτυγμένα συστήματα δημόσιας υγείας όπως η Γαλλία, ο Καναδάς και η Σουηδία φροντίζουν να κοστολογούν με σαφήνεια την παροχή υπηρεσιών υγείας, δίνοντας έμφαση στην παραγωγικότητα των δαπανών, στην αξιολόγηση των παρεχομένων υπηρεσιών και στη συνεχή εκπαίδευση και αξιολόγηση του προσωπικού, αμείβοντας περισσότερο τους άριστους. Δίνεται έντονη έμφαση στην παροχή υπηρεσιών υγείας πρωτοβάθμιου επιπέδου καθώς και στην προληπτική ιατρική (ετήσιες εξετάσεις, παροχή συμβουλών υγείας κλπ.) πετυχαίνοντας τη βελτίωση της γενικής υγείας του πληθυσμού και την αφοσίωση των νοσοκομειακών μονάδων στα πραγματικά σοβαρά περιστατικά υγείας. Στο NHS της Μεγάλης Βρετανίας δίδεται επιμίσθιο στους ιατρούς οι οποίοι πείθουν τους περισσότερους ασθενείς τους να κόψουν το κάπνισμα. Αντίστοιχη αμοιβή δίδεται εφόσον ικανοποιητικός αριθμός ασθενών βελτιώσει σημαντικούς δείκτες υγείας όπως επίπεδα χοληστερίνης, σακχάρου κλπ. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών γίνεται με ένα χαμηλό κόμιστρο, ενώ για ειδικές ομάδες πληθυσμού (άνεργοι, χαμηλά εισοδηματικά στρώματα) δεν υφίσταται καθόλου. Σε αντίθεση, στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρωτοβάθμια παροχή υγείας και όπου αυτή υφίσταται είναι κάκιστης ποιότητας και μη ανταποκρινόμενη στις υπέρογκες κρατήσεις (π.χ. παροχή υπηρεσιών υγείας από το ΙΚΑ). Τα νοσοκομεία κυριολεκτικά βουλιάζουν σε κάθε εφημερία όπου στοιβάζονται απλοί πονοκέφαλοι μαζί με θανάσιμα περιστατικά. Η περίπτωση του νοσοκομείου Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη είναι χαρακτηριστική: στις εφημερίες του νοσοκομείου συρρέουν περίπου 1500 περιστατικά σε κάθε εφημερία φέρνοντας το σύστημα στα όρια του. Ο λόγος: το νοσοκομείο έχει πολύ καλή φήμη και έτσι μη επείγοντα περιστατικά περιμένουν πότε θα εφημερεύσει για να προσέλθουν (http://www.makthes.gr/news/reportage/68913/). Η πλήρης απουσία πρωτοβάθμιων/προληπτικών υπηρεσιών υγείας αναγκάζει τον κόσμο να κατακλύζει ένα καλό νοσοκομείο. Όσο όμως αυξάνει ο κόσμος τόσο περισσότερη πίεση ασκείται με αποτέλεσμα τελικά την κατάρρευση. Η λύση και εδώ απλή: Χορήγηση από κάθε πάροχο υγείας (ασφαλιστικά ταμεία) ενός ετήσιου ποσού πρωτοβάθμιας/προληπτικής ιατρικής δαπάνης, έστω 1000 € ανά ασφαλισμένο, των οποίων μπορεί να κάνει χρήση οπουδήποτε (ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία και ιατρεία). Το ποσό αυτό δεν απαιτεί ούτε έλεγχο, ούτε έγκριση από το ταμείο. Ο ασφαλισμένος επιλέγει τον πάροχο υπηρεσιών υγείας και αναλόγως ξοδεύει τα χρήματα του. Θα πρέπει να επιτραπεί στα κρατικά νοσοκομεία να διαμορφώσουν ελεύθερα το κόμιστρο εισόδου ως εξής:

  • Προσέλευση σε ώρες αιχμής/εφημερίας: 10€
  • Προσέλευση σε ώρες χαμηλής ζήτησης: 5 €
  • Μακροχρόνια ασθενείς, ευπαθείς ομάδες, άνεργοι: δωρεάν
  • Εξέταση κατά προτεραιότητα: + 10 €
  • Επιπρόσθετο κόμιστρο βάση αξιολόγησης του νοσοκομείου: + 10% για το καλύτερο κ.ο.κ

Εννοείται φυσικά ότι για σοβαρά περιστατικά θα υπάρχει πλήρης κάλυψη από τον ασφαλιστικό φορέα και σε περίπτωση ευπαθών ομάδων από το κράτος.

Εν κατακλείδι, τα δημόσια αγαθά δεν είναι δωρεάν. Έχουν κόστος παραγωγής όπως όλα τα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες και το δέον είναι μέρος αυτού του κόστους να πληρώνεται από τον τελικό χρήστη. Η σωστή κοστολόγηση τους, η αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης και η ξεκάθαρη πληροφόρηση του κοινού σχετικά με το ύψος της κρατικής επιδότησης αλλά και το κόστος, είναι θεμελιώδη συστατικά για την εύρυθμη λειτουργία τους. Τα εύπεπτα συνθήματα και οι άναρθρες κραυγές απλά επιτρέπουν στους κυβερνώντες να αποσείουν με ευκολία τις τεράστιες ευθύνες τους ως προς την απαξίωση της δημόσιας δαπάνης και των δημοσίων αγαθών. Την επόμενη φορά που δεν θα ακυρώσετε εισιτήριο στο λεωφορείο ή που δεν θα πληρώσετε τα 3 – 5 € στο δημόσιο νοσοκομείο, σκεφτείτε ότι βάζετε το χέρι σας στην τσέπη του συμπολίτη σας. Σας αρέσει να κλέβετε τους άλλους και να ζείτε εις βάρους τους;

1 Δεκ 2010

Μαθήματα Οικονομικής Ιστορίας


Μετά τις τελευταίες εξελίξεις και την είσοδο της Ιρλανδίας στο μηχανισμό στήριξης, έχουν αναθερμανθεί όλες εκείνες οι θεωρίες συνομωσίας που θέλουν την πτωχή πλην τίμια Ελλάς να αποτελεί έρμαιο σκοτεινών ξένων συμφερόντων τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να βρεθούμε στα σημερινά οικονομικά Τάρταρα. Θα κάνουμε μια σύντομη ιστορική οικονομική αναδρομή προκειμένου να διαλευκανθούν ορισμένα θέματα.

Δημόσιο Χρέος (% επί του ΑΕΠ) =  Χρέος / ΑΕΠ


Στο παραπάνω γράφημα, βλέπουμε την εξέλιξη του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Ως Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν νοείται κατά τρόπο πολύ απλοϊκό το σύνολο της «αγοραστικής δύναμης» (το σύνολο του οικονομικού κύκλου εργασιών) ενός κράτους για ένα χρόνο. Στο ΑΕΠ περιλαμβάνεται η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις ενώ ένα μέρος του μόνο είναι οι κρατικές δαπάνες. Με άλλα λόγια, οι κυβερνώντες μας διαχρονικά έβαζαν ενέχυρο το σύνολο της ετήσιας οικονομικής μας δραστηριότητας (ΠΡΟΣΟΧΗ: δεν πρέπει να συγχέεται με τα έσοδα του δημοσίου) προκειμένου να εξασφαλίζουν δάνεια. Ο κρατικός δανεισμός είναι ένα απόλυτα θεμιτό οικονομικό εργαλείο το οποίο προσφέρει πολύτιμες λύσεις αναθέρμανσης και ανάπτυξης της οικονομίας σε περιόδους ύφεσης. Είναι κοινά αποδεκτό πως ένα υγιές επίπεδο δημοσίου χρέους κυμαίνεται σε επίπεδα 60 – 100% του ΑΕΠ μιας χώρας, σε συνάρτηση πάντοτε με την ικανότητα και την ευκολία μελλοντικής αποπληρωμής.  Υπεραπλουστεύοντας, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ αποτελεί έναν από τους δείκτες πιστοληπτικής ικανότητας ενός κράτους.

Μεταπολεμικά, στην Ελληνική οικονομία στήθηκε ένα αδιαπέραστο τείχος προστατευτισμού απαρτιζόμενο από δασμούς, φόρους και πλήρη έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων. Ο προστατευτισμός αυτός σε συνδυασμό με κρατικά μονοπώλια και επιλεκτικές επιδοτήσεις οδήγησε στην άνθηση της Ελληνικής Οικονομίας τη δεκαετία του 60. Η Χούντα επένδυσε στη μαγιά που είχε βρει έτοιμη και ξεκίνησε δειλά – δειλά τα πρώτα βήματα δημόσιου εξωτερικού δανεισμού. Το 1974 ο Καραμανλής παραλαμβάνει μια σχετικά υγιής οικονομία, με δημόσιο χρέος στο 22% του ΑΕΠ ήτοι 330 εκατομμύρια € με σημερινές τιμές. Αντί να προετοιμαστεί η μεταστροφή της οικονομίας από κλειστού τύπου σε οικονομία της ελεύθερης αγοράς (με δεδομένη και τη βούληση εισόδου στην ΕΟΚ), ο Καραμανλής στράφηκε προς έναν άκρατο κρατισμό, ξεπερνώντας σε ζήλο ακόμα και αριστερές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της εποχής. Κρατικοποίηση Ολυμπιακής, κρατικοποίηση Αθηναϊκής χαρτοποιίας, κρατικοποίηση Πειραϊκής – Πατραϊκής, κρατικοποίηση ναυπηγείων Σκαραμαγκά, κρατικοποίηση διυλιστηρίων Ελευσίνας και η λίστα συνεχίζεται. Ο Καραμανλής παραδίδει στον Παπανδρέου ένα χρέος γύρω στο 31% του ΑΕΠ και σε απόλυτους αριθμούς, γύρω στα 8 δις € σε σημερινές τιμές.


Στο παραπάνω γράφημα βλέπετε την πορεία του χρέους σε απόλυτους αριθμούς. Βλέπετε δηλαδή την πορεία του αριθμητή του κλάσματος. Ο Α. Παπανδρέου επιδίδεται σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση του δημοσίου χρέους. Ο κόσμος «τρώει ψωμί» για πρώτη φορά και όλοι πίνουν νερό στο όνομα του. Εν τω μεταξύ, έχουμε εισέλθει σε ένα οικονομικό κλαμπ ανταγωνιστικό (ΕΟΚ), όπου κυριαρχεί η ελεύθερη αγορά, ο ελεύθερος ανταγωνισμός και η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και ανθρώπων. Και ενώ τα τείχη  προστατευτισμού αποσύρονται σταδιακά, δεν γίνεται ΤΙΠΟΤΑ απολύτως για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης της χώρας. Έτσι οι βιομηχανίες και η αγροτική παραγωγή, όντας μαθημένες σε περιβάλλον κρατισμού και προστατευτισμού, δέχονται αλύπητα το σοκ της ελεύθερης αγοράς και απροετοίμαστες όπως είναι φθίνουν. Οι αλόγιστες όμως παροχές, το «Τσοβόλα δώστα όλα», αυξάνουν συνεχώς το δημόσιο χρέος.

Ακολουθούν οι οικουμενικές και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπου η αύξηση του δημοσίου χρέους γίνεται με αχαλίνωτους ρυθμούς. Θα παρατηρήσει κανείς ότι στο πρώτο γράφημα, μετά το 1993, αρχίζει σταδιακή αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστού. Όμως αν δει κανείς το δεύτερο γράφημα θα παρατηρήσει ότι στη  δεύτερη κυβέρνηση Α. Παπανδρέου και επί κυβερνήσεων Σημίτη, σημειώθηκε αστρονομική εκτίναξη του δημοσίου χρέους ως απόλυτο ποσό. Τι έχει συμβεί; Ο ρυθμός αύξησης του παρονομαστή (ΑΕΠ) ήταν μεγαλύτερος από το ρυθμό αύξησης του αριθμητή (Δημόσιο Χρέος). Οι λόγοι που συνέβη αυτό είναι η οικονομική ανάπτυξη της περιόδου λόγω των τεράστιων κοινοτικών πλαισίων στήριξης καθώς και η δημιουργική λογιστική (κρύψιμο χρέους με χρήση σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, στατιστικά μαγειρέματα κ.ο.κ). Θα παρατηρήσετε στο δεύτερο γράφημα, ότι μετά την είσοδο μας στη ζώνη του ευρώ και ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, το ποσό του δημοσίου χρέους (ο αριθμητής) αυξάνει με εκρηκτικό ρυθμό.


Στο παραπάνω γράφημα βλέπετε την πορεία του ελλείμματος του προϋπολογισμού ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το ποσοστό του ελλείμματος θα μπορούσαμε απλοϊκά να πούμε ότι αποτελεί το ρυθμό αύξησης του αριθμητή, δηλαδή του δημοσίου χρέους.


Εδώ βλέπουμε το ρυθμό αύξησης του παρονομαστή, δηλαδή την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ. Τα στοιχεία αυτά είναι ήδη παρωχημένα και αναθεωρημένα επί τα χείρω μετά την οριστική αποδοχή των ελληνικών στατιστικών στοιχείων από τη Eurostat. Μετά την είσοδο μας στο Ευρώ, οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή επιδόθηκαν σε ένα όργιο δανεισμού και πλαστογραφίας των στοιχείων. Η μεν κυβέρνηση Σημίτη χρησιμοποίησε την προεξόφληση μελλοντικών εσόδων του δημοσίου καθώς και το λογιστικό/χρηματοοικονομικό κρύψιμο κάτω από το χαλί χρεών (δεν ήταν ο μόνος που το έκανε, και η Ιταλία έκανε ακριβώς τα ίδια για να εισέλθει στο Ευρώ). Η κυβέρνηση Καραμανλή έκανε δε το εξής καταπληκτικό: φούσκωσε τεχνητά τον παρονομαστή (αναθεώρηση ΑΕΠ με προσθήκη μαύρης παραοικονομίας), μαγείρεψε τεχνητά και τον αριθμητή (αποθεματικά ταμείων ή αλλιώς «λευκή τρύπα») και έτσι παρουσίασε μια ειδυλλιακή εικόνα μειωμένου δημοσίου χρέους (πάντα ως ποσοστό του ΑΕΠ). Άρα, μπορούμε να δανειστούμε περεταίρω!

Όλα αυτά όμως έγιναν στη σφαίρα των δημοσίων οικονομικών. Αυτό το οποίο έγινε στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά ήταν το εξής: με την είσοδο της χώρας στο ευρώ, οι τράπεζες απέκτησαν τεράστια δυνατότητα άντλησης ρευστότητας σε ένα ισχυρό νόμισμα. Αυτή τη ρευστότητα την έριξαν στην αγορά τροφοδοτώντας μια άνευ προηγούμενου έκρηξη στην ιδιωτική κατανάλωση η οποία οδήγησε στους εκρηκτικούς ρυθμούς αύξησης της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2000 – 2008. Όμως οι ρυθμοί αυτοί (4 – 5,5%) δεν αντικατοπτρίζουν πραγματική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, αλλά αφορούν κατανάλωση και οικοδομική δραστηριότητα με δανεικά. Και το χειρότερο είναι ότι όλη αυτή η κατανάλωση αφορούσε εισαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων, γαλλικών όπλων, ιταλικών ρούχων και πάει λέγοντας. Άρα δανειζόμασταν για να περνάμε καλά υποθηκεύοντας το μέλλον μας και ταυτόχρονα διαλύοντας τις όποιες δυνατότητες μελλοντικής αποπληρωμής διαθέταμε.


Για να σας δώσω ένα άλλο παράδειγμα, φανταστείτε ότι έχετε ένα ετήσιο εισόδημα 20.000 € και ένα σπίτι αξίας 100.000 €. Δανείζεστε από την τράπεζα 10.000 € για να αγοράσετε ένα αυτοκίνητο εισαγωγής. Στην αρχή η τράπεζα θα πάρει από τις καταθέσεις που έχει και θα σας δανείσει. Αυτά τα 10.000 € θα φύγουν εκτός χώρας γιατί το όχημα είναι εισαγόμενο. Στη συνέχεια θα θελήσετε να αγοράσετε ένα εξοχικό 40.000 €. Όμως πλέον το εισόδημα σας δεν επαρκεί. Η τράπεζα θα βάλει υποθήκη το σπίτι σας (ΑΕΠ) και θα σας δώσει 40.000 €. Σε λίγο οι τόκοι που πληρώνετε για το δάνειο του αυτοκινήτου και του εξοχικού είναι τόσοι πολλοί που δεν τα βγάζετε πέρα και χρειάζεστε νέο δάνειο απλά για να αντεπεξέλθετε. Εδώ είναι η τράπεζα, προσημειώνει στο 100% της αξίας το ακίνητο σας και ορίστε, 60.000 € φρέσκα μετρητά. Έχετε μάθει να καλοπερνάτε με όλο αυτό το «δωρεάν» χρήμα που έρχεται από το πουθενά και με μηδενική προσπάθεια. Παρατάτε τη δουλεία σας (καταστροφή παραγωγικής βάσης), όμως κάπως πρέπει να ζήσετε. Εδώ είναι η τράπεζα! Το ακίνητο σας είναι γωνιακό και δεν αξίζει πλέον 100.000 € όπως στην αρχή αλλά 200.000 €  (αναθεώρηση ΑΕΠ) πράγμα που σημαίνει ότι μπορείτε να δανειστείτε άλλα 100.000 €. Έτσι λοιπόν εσείς χτίζετε πισίνα στο εξοχικό, ζείτε μια μεγάλη ζωή ανέφελη και ευτυχισμένη. Ξαφνικά όμως ένα εξωτερικό σοκ (παγκόσμια οικονομική κρίση) αναγκάζει τις τράπεζες όχι μόνο να κλείσουν την κάνουλα, αλλά να απαιτήσουν πίσω την άμεση επιστροφή των δανεικών. Ξαφνικά αποκαλύπτεται ότι ο πελάτης (Ελλάδα) όχι μόνο δεν ξέρει που χρωστάει (λογιστικά τερτίπια), όχι μόνο δεν έχει δυνατότητα αποπληρωμής (κατεστραμμένη παραγωγική βάση), αλλά και η αξία της υποθήκης του ακινήτου (ΑΕΠ) διαρκώς μειώνεται. Όμως ο πελάτης πνίγεται και χρειάζεται δανεικά απλά και μόνο για να κρατηθεί στην επιφάνεια. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο τοκογλύφος (πακέτο διάσωσης ΔΝΤ, ΕΚΤ και ΕΕ) ο οποίος βάζει πλάτες μεν έναντι στους πιστωτές, αλλά όχι με το αζημίωτο.

Σίγουρα υπάρχει πληθώρα άστοχων και εγκληματικών χειρισμών της στιγμής που όμως αποτελούν απλά αφορμές έναρξης της κρίσης. Αν η κρίση δεν χτυπούσε την Ελλάδα το 2009 θα το έκανε το 2010 με πιο βίαιο τρόπο. Όσο πιο απότομη είναι η αποκάλυψη της πραγματικότητας τόσο πιο βίαιη και η προσαρμογή. Αυτό όμως που κανείς δεν εξήγησε στον κόσμο, αυτό που κανείς από τους πολιτικούς δεν θέλησε να εξηγήσει (γιατί θα χαλούσε η μεταπολεμική συνταγή) είναι το εξής πολύ απλό: Η Ελλάδα μετατράπηκε σε ένα κράτος που δεν παράγει τίποτε και που ενώ έχει έσοδα στην καλύτερη των περιπτώσεων 60 δις €, χρειάζεται 90 – 100 δις € για να ζήσει. Εσείς αν λειτουργούσατε με αυτό τον τρόπο τον προϋπολογισμό του σπιτιού σας δεν θα πέφτατε έξω; Το κράτος γιατί να αποτελεί εξαίρεση; Δεν υπάρχει καμιά απολύτως συνωμοσία πίσω από το κερδίζω 60, ξοδεύω 100. Αυτούς τους πολιτικούς επιλέξαμε, αυτή την εικονική πραγματικότητα απαιτήσαμε να μας σερβίρουν. Οι πολιτικοί μας δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από αυτό που τους ζητήσαμε. Και αν ορισμένες μειοψηφίες έβλεπαν με όρους λογικής το καράβι να πηγαίνει στα βράχια, πάντοτε εφευρίσκονταν κομψά κοσμητικά επίθετα (φιλελεύθεροι, Θατσεριστές, κοράκια της αγοράς, εκμεταλλευτές των εργατικών κατακτήσεων και άλλα τέτοια φαιδρά) για να τους καταστήσουν γραφικούς και «επικίνδυνους για τα λαϊκά συμφέροντα».

Για να το συνειδητοποιήσουμε μια για πάντα: σήμερα χρωστάμε 350 δις €. Για να ξεχρεώσουμε, το Ελληνικό Δημόσιο δεν πρέπει να πληρώνει τίποτα και κανέναν (στρατός, νοσοκομεία, δικαστήρια κ.ο.κ) για 7 – 8 χρόνια προκειμένου να ξεχρεώσουμε. Επειδή αυτό ανήκει στη σφαίρα της ουτοπίας, υπάρχουν δύο ρεαλιστικές λύσεις μπροστά μας: ή κόβουμε δραστικά τις δαπάνες του δημοσίου με μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, ή κηρύσσουμε επίσημα πτώχευση, και ζητάμε να εκπέσει μέρος του χρέους μας με παράλληλη εισαγωγή της δραχμής (η επιμήκυνση είναι ένα ωραίο τέχνασμα για να σε έχουν στο χέρι για χρόνια). Αν ζητήσουμε τη δεύτερη λύση θα πρέπει να γνωρίζουμε καλά ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τα 30-40 δις € για πολλά χρόνια, ενώ δεν θα μπορέσουμε να δανειστούμε ξανά για τουλάχιστον 20. Αν μπορούμε να αποδεχθούμε ένα βιοτικό επίπεδο Ελλάδας της δεκαετίας του 50, τότε ναι, η πτώχευση είναι ένας ρεαλιστικός δρόμος. Καλό είναι όμως να γνωρίζουμε ποιες είναι οι λύσεις και ποιες οι μελλοντικές πορείες που αυτές συνεπάγονται.  

15 Σεπ 2010

Η θηλιά του δημοσίου χρέους

Θα πρέπει, αν μη τι άλλο, να αναγνωρίσουμε ένα βαθμό ικανότητας στο επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης το οποίο προσπαθεί ειλικρινώς να ωραιοποιήσει τα οικονομικά της χώρας. Πράγματι, ο πρωθυπουργός ήρθε, είδε και απήλθε της διεθνούς (?) εκθέσεως Θεσσαλονίκης σχετικά ανώδυνα. Έγινε μια ωραία προεκλογική ομιλία, έγιναν κάποιες εύκολες ερωτήσεις στη συνέντευξη τύπου (also known as vanilla questions) και όλα καλά όλα ανθηρά. Η χώρα έχει διέλθει της κρίσης, ο υπουργός οικονομικών διαλαλεί την ελκυστικότητα των χρεογράφων μας στο εξωτερικό, ενώ έχουμε ανοίξει την αγκαλιά μας για τους πακτωλούς ξένων επενδύσεων που σίγουρα μας περιμένουν στη γωνία. Αν βέβαια κάποιος κοιτάξει κάτω από αυτό το προπέτασμα καπνού το οποίο εντέχνως καλλιεργείται θα δει κανείς την πραγματική εικόνα. Αν μη τι άλλο και μόνο το γεγονός ότι καλλιεργείται κλίμα συγκάλυψης θα έπρεπε να μας προβληματίσει. Πέρα από τα όσα φαιδρά ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός περί βελτίωσης του επενδυτικού περιβάλλοντος στη χώρα (ανταγωνιζόμαστε πλέον και επίσημα χώρες της Αφρικής σε αυτόν τον τομέα όπως μπορείτε να δείτε στο σχετικό link) http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=1864934 ), πέρα από το γεγονός ότι αντλήσαμε 1,17 δις ευρώ για 26 εβδομάδες με επιτόκιο εφάμιλλο πιστωτικής κάρτας (4,82%, http://www.capital.gr/News.asp?id=1046332), ξεπερνώντας και το γεγονός ότι παρατηρείται σημαντική υστέρηση εσόδων (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_11/09/2010__414618) έναντι των στόχων του μνημονίου, κατά τα άλλα όλα πάνε καλά. Μάλιστα τα πράγματα πάνε τόσο καλά, ώστε ο πρωθυπουργός να έχει την πολυτέλεια να ξεσκάσει με ένα ταξιδάκι αναψυχής και δημοσίων σχέσεων 15 ημερών στο εξωτερικό (να δείξουμε και πόσο καλά κατέχουμε την αγγλική από τηλεοράσεως).

Να δεχθούμε λοιπόν, ότι όλα πάνε βάση σχεδίου και πραγματικά όλα όσα μας σερβίρουν είναι 100% αλήθεια. Έχουμε ξεπεράσει την κρίση δανεισμού του Μαΐου, πληρώθηκαν οι μισθοί και οι συντάξεις και όλα καλά. Όλη αυτή η ωραιοποίηση όμως, έχει αρχίσει και θυμίζει προσπάθεια κρυψίματος των προβλημάτων κάτω από το χαλί για να τα βρουν εκεί οι επόμενοι. Κάνουμε τα απολύτως απαραίτητα που μας επιβάλλονται για να παίρνουμε τα δανεικά, αλλά στην εφαρμογή επώδυνων διαρθρωτικές αλλαγών (structural reform) και στην επιλογή στρατηγικών κατευθύνσεων της οικονομίας δεν δείχνουμε και την ίδια προθυμία. Μια στρατηγική επιλογή που θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά η χώρα μας είναι και αυτή της επαναδιαπραγμάτευσης του δημοσίου χρέους της χώρας μας. Για να κατανοήσουμε καλύτερα το θέμα θα σας παραθέσω έναν πολύ απλό τύπο υπολογισμού του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν).

Ποσοστό Χρέους (%) = Δημόσιο Χρέος / ΑΕΠ

Άρα όταν λέμε ότι το Δημόσιο Χρέος είναι για παράδειγμα στο 110%, εννοούμε ότι σε απόλυτο αριθμό το χρέος μας είναι 1,1 φορές το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας για ένα χρόνο. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού και του εμπορικού ισοζυγίου αποτελούν δείκτες αύξησης (growth rate) του αριθμητή, ενώ η ετήσια ανάπτυξη της οικονομίας μας αποτελεί δείκτη αύξησης του παρονομαστή. Στην παρούσα φάση απλά ελαττώνουμε τον ρυθμό αύξησης του αριθμητή, ενώ προσπαθούμε να συγκρατήσουμε την ελεύθερη πτώση του παρονομαστή. Στο παρελθόν, όλοι οι κυβερνώντες παραμύθιαζαν τον απλό κόσμο βασιζόμενοι στο εξής τρυκ: είτε με πλασματικό τρόπο αύξαναν τον παρονομαστή (αναθεώρηση ΑΕΠ Αλογοσκούφη), είτε έκρυβαν χρέος με λογιστικά τερτίπια (σύνθετα ομόλογα Παπαντωνίου), είτε φούσκωναν την οικονομία με πλασματικό δανεικό χρήμα (αύξηση ΑΕΠ μέσω ιδιωτικής κατανάλωσης μέσω ιδιωτικού δανεισμού από το 2000 ως το 2010). Όμως παρά τα κόλπα που έγιναν για να κρατηθεί ο παρονομαστής ψηλά, ο αριθμητής σε απόλυτο αριθμό αύξανε εκθετικά. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, το δημόσιο χρέος ως το 2014 θα έχει ανέλθει στο 150% του ΑΕΠ ή σε απόλυτο αριθμό κοντά στα 360 - 370 δις Ευρώ. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται κρυφά χρέη του δημοσίου προς νοσοκομεία, ΔΕΚΟ (μόνο ο ΟΣΕ χρωστάει 10 δις €), εγγυήσεις δανειοδοσίας που καλύπτει το δημόσιο κλπ. Εύκολα αντιλαμβανόμαστε, ότι μετά από 5 χρόνια σκληρής λιτότητας και με την παραδοχή ότι τα ληφθέντα μέτρα έχουν εκτελεστεί και αποδώσει κεραίας όπως προβλέφθηκαν, θα έχουμε καταφέρει απλώς να μηδενίσουμε τον ρυθμό αύξησης του αριθμητή. Με ένα τέτοιο βάρος στην πλάτη, γίνεται αντιληπτό ότι το έργο μείωσης του δημοσίου χρέους αποκτά Συσίφειες διαστάσεις. Ένα υπέρογκο μέρος των πόρων της χώρας θα πηγαίνει (ήδη συμβαίνει αυτό) απλά και μόνο για την κάλυψη των τόκων χωρίς να επιτυγχάνεται μείωση του χρέους. Θα πρέπει να υπάρξει αλματώδης πραγματική αύξηση του παρονομαστή (ΑΕΠ) με ρυθμούς άνω του 5% για αρκετά χρόνια προκειμένου να δούμε φως με βάση αυτή τη λογική. Φυσικά, κάτι τέτοιο φαντάζει και είναι εκτός οικονομικής λογικής. Σίγουρα θα υπάρξει ξανά ανάπτυξη στην οικονομία και κάποτε θα βγούμε από την ύφεση, μην περιμένετε όμως τις ξέφρενες εποχές προ 2004. Η οικονομία στην καλύτερη δυνατή περίπτωση θα αυξάνει ασθμαίνοντας 0,5% - 1,5% χωρίς να προσφέρεται ουσιαστική ανακούφιση του χρέους.

 Απαιτείται λοιπόν δραστικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος το οποίο υπό προϋποθέσεις (διαρθρωτικές αλλαγές τόνωσης της ανάπτυξης) θα μας βγάλουν από το τέλμα. Έχει έρθει η ώρα επαναδιαπραγμάτευσης του δημοσίου χρέους με τους δανειστές μας. Σε συνδυασμό με το ακολουθούμενο πρόγραμμα της τρόικας, θα πρέπει να διαγραφεί μέρος του χρέους μας και να επιμηκυνθεί η διάρκεια αποπληρωμής του. Φυσικά μια τέτοια λύση δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα και θα είναι για κάποιο διάστημα εξαιρετικά επώδυνη. Θα πρέπει να εξηγηθεί ότι μετά από μια τέτοια διαδικασία η χώρα μας θα αποβληθεί από τις διεθνείς αγορές δανεισμού για αρκετά χρόνια πράγμα που θα μας αναγκάσει να είμαστε πολύ πιο φειδωλοί στις δαπάνες μας. Όμως, απαλλαγμένη η ελληνική οικονομία από το τεράστιο βάρος του χρέους και τις εξαντλητικές δαπάνες για τόκους θα μπορέσει να κάνει μια νέα αρχή. Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η ηγεσία με όραμα και πυγμή και η παρουσίαση της πραγματικότητας στον λαό. Να τραβήξουμε μια γραμμή και να πούμε, όποιος έκλεψε έκλεψε και ως εδώ. Κάνουμε μια νέα αρχή και δεν ασχολούμαστε με το παρελθόν. Για το καλό της χώρας μας, ελπίζω και εύχομαι να βοηθήσουμε όλοι να βρεθεί αυτός ο ηγέτης, ξεφεύγοντας από τις λογικές του παρελθόντος. Το οφείλουμε όχι τόσο σε εμάς, όσο σε αυτούς που έρχονται. 

31 Αυγ 2010

Φορολογικός Παράδεισος

Σήμερα θα σας αποδείξουμε πως η Ελλάδα είναι ένας πραγματικός φορολογικός παράδεισος που, όμοιος του δεν υπάρχει. Θα πάρουμε ένα παράδειγμα το οποίο θα μας βοηθήσει στην επιχειρηματολογία μας. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν μισθωτό το ακαθάριστο εισόδημα του οποίου είναι 20.000 €. 

  • Αν είναι δημόσιος υπάλληλος, έχει μια ασφάλεια ως προς τη θέση εργασίας του, αλλά πλέον δεν είναι και τόσο βέβαιος αν του χρόνου θα εξακολουθήσει να λαμβάνει την ίδια αμοιβή.
  • Αν είναι ιδιωτικός υπάλληλος θεωρεί τον εαυτό του εξαιρετικά προνομιούχο που εξακολουθεί και έχει εργασία και λαμβάνει αυτό το μάλλον άνω του μέσου όρου ποσό.

Από αυτά τα χρήματα περίπου 2.000 € πάνε κατευθείαν στο ΙΚΑ στην υποθετική πάντα περίπτωση που ο εργοδότης είναι 100% νόμιμος. Πάντως σε κάθε περίπτωση 2.000 € έχουν ήδη κάνει φτερά για μια σύνταξη που κανείς δεν ξέρει αν θα πάρει (ή αν θα αξίζει να την διεκδικήσει) και για ανύπαρκτες υγειονομικές υπηρεσίες.

Από τα 18.000 € που έχουν απομείνει, 1000 € θα πάνε αυτόματα σε φόρο μισθωτών υπηρεσιών. Είναι χρήματα που δεν θα δεις ποτέ και που το φιλεύσπλαχνο κράτος σου σε φορολογεί με 24% επειδή με 18.000 € ακαθάριστη αμοιβή είσαι τόσο πλούσιος που σου περισσεύουν. Και φυσικά αυτά τα χρήματα θα πάνε για άριστα νοσοκομεία, για πρότυπα σχολεία, για την ασφάλεια του πολίτη…α ναι…και για τον ΟΣΕ που χρωστάει κάτι ψώρο δις ευρώ, αλλά δε βαριέσαι, μπροστά στα τρένα του ΟΣΕ τύφλα να’χει το TGV της Γαλλίας.

Από τα 17.000 € που σου έχουν απομείνει (και που φυσικά δεν ξέρεις τι να τα πρωτοκάνεις) θα προσπαθήσεις να καλύψεις τις ανάγκες σου ξεκινώντας από τα χρειώδη (τροφή, στέγη, θέρμανση, λογαριασμοί κοινής ωφελείας) και κατόπιν προχωρώντας στην κάλυψη λοιπών καταναλωτικών δαπανών. Στην κατηγορία των βασικών αναγκών έχουμε την εξής κατάσταση:

·        Αν μένεις σε νοίκι το πιθανότερο είναι ότι μένεις «μαύρα» χωρίς απόδειξη, άρα δεν έχεις κανένα φορολογικό όφελος. Το «τυρί» στην όλη ιστορία είναι ότι αν ο ιδιοκτήτης σου κόψει απόδειξη θα σου ανεβάσει το νοίκι, άρα το κάνεις γαργάρα και κλείνεις τα μάτια.

·        Για τροφή, θέρμανση και λογαριασμούς έχεις το κράτος συνεταίρο κατά 11% τουλάχιστον. Και λέω τουλάχιστον γιατί η ελληνική οικονομία βρίθει από φόρους υπέρ τρίτων (βλέπε λογαριασμός ΔΕΗ) όποτε όλο και κάτι παραπάνω θα προκύψει. Αν υπολογίσουμε μια μέση δαπάνη 10.000 € για τα χρειώδη, τα 1200 € (κατ’ ελάχιστο) έχουν πάει κατευθείαν στον κρατικό κορβανά.
·        Για λοιπές καταναλωτικές δαπάνες (όπως π.χ είδη καθαρισμού για το σπίτι, τρελή πολυτέλεια π.χ το σαπούνι) ο συνεταίρος θα ζητήσει ένα ποσοστό 23%. Αν δε κάνεις το λάθος να έχεις αυτοκίνητο, να καπνίζεις ή να προσπαθείς να πνίξεις τον πόνο σου στο ποτό, η φιλική συμμετοχή του συνεταίρου σου μπορεί να αυξηθεί ακόμα και στο 70% των χρημάτων που καταβάλεις (βενζίνη). Το κράτος όμως επειδή είναι ψυχοπονιάρικο θα σου δώσει το DVD της Τζούλιας και της Ντούβλης (η Ντούβλη, της Ντούβλης…) μόνο με 5,5% ΦΠΑ γιατί αποτελεί προϊόν πολιτισμού και άρα υπόκειται σε χαμηλότερο φόρο.

·        Αν νομίζεις ότι θα τους ξεγελάσεις όλους αποταμιεύοντας, μην ανησυχείς το κράτος θα είναι συνεταίρος μόνο κατά 10% επί των τόκων σου. Με τα αστρονομικά επιτόκια καταθέσεων να κυμαίνονται κοντά στο 1%, ότι δεν σου πάρει το κράτος, θα στο φάει ο πληθωρισμός (~6% επισήμως), τον οποίο το κράτος «πατερούλης» φρόντισε να αυξήσει ταράζοντας τα πάντα στους έμμεσους φόρους.

·        Και φυσικά υπάρχει μια πλειάδα άλλων φόρων (τέλη κυκλοφορίας, τέλη ακίνητης περιουσίας κ.α) με τους οποίους δε μπορεί, από κάπου θα στα πάρει το συνεταιράκι. Για το καλό σου βρε κουτό!

Αν είσαι νόμιμος (το οποίο στην Ελλάδα τείνει να γίνει συνώνυμο του μαζοχιστή για να μην πω τίποτε χειρότερο) και ζητάς παντού απόδειξη (πληρώνοντας αγόγγυστα τον υδραυλικό που σου ζητάει 50 € μαύρα ή 80 € με απόδειξη) τότε το συνεταιράκι θα σου πάρει (με πολύ συντηρητικές εκτιμήσεις) από πάσης φύσεως έμμεσους φόρους γύρω στα 5000 €. Τώρα αν αυτά τα λεφτά καταλήξουν στα κρατικά ταμεία είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Πάντως ότι καταλήξει θα πάει για να μπορείς να χαίρεσαι τα νοσοκομεία που είπαμε, τα παραδεισένια σχολεία, τους αλφαδιασμένους αυτοκινητόδρομους, τις γερμανικών προδιαγραφών υποδομές…Α! Ξέχασα και τα τρένα επιπέδου TGV, για να μην πω τύπου Sinkasen και θίξω το επίπεδο μας.

Στην περίπτωση που σκέφτεσαι όπως οι κλέφτες και αρματολοί τις παλιές καλές εποχές και λες «τέτοια μου κάνει η ζωή, τέτοια και εγώ της κάνω», νομίζοντας ότι κερδίζεις κάτι, ξανασκέψου το. Όσο δεν ζητάς απόδειξη, τόσο σκάβεις το λάκκο σου. Εκείνη τη στιγμή νομίζεις ότι πέτυχες έκπτωση αλλά σκέψου:

  • Είσαι τόσο σίγουρος ότι πέτυχες ακριβώς 11% ή 23% έκπτωση επί της τιμής; Αν όχι τότε σε πιάσανε κορόιδο. 
  • Το δημόσιο χάνει όχι μόνο το ΦΠΑ που δεν θα αποδοθεί, αλλά χάνει και άμεσους φόρους από τον επαγγελματία/έμπορο/μαγαζάτορα που δηλώνει χαμηλότερους τζίρους στην εφορία. Και επειδή οι λέξεις «Δ.Ο.Υ» και «φορολογικός έλεγχος» δεν πάνε ποτέ μαζί στο ελληνικό λεξιλόγιο, όταν έρθει ώρα να βρεθούν τα χρήματα, το συνεταιράκι θα κοιτάξει που αλλου; Μα να στα πάρει μέσω περεταίρω αύξησης έμμεσων φόρων. Ξέρεις εσύ, για να έχεις καλύτερα τραίνα είναι βρε κουτό.

Έχουμε για άλλη φορά την πρωτοπορία σαν χώρα να έχουμε το πιο δυσανάλογο μείγμα άμεσων/έμμεσων φόρων σε όλη την Ευρώπη. Έχουμε από τους υψηλότερους έμμεσους φόρους και φόρους υπέρ τρίτων σε όλη την Ευρώπη. Από τα βεβαιωμένα έσοδα του δημοσίου, πάνω από το 60% προέρχεται από έμμεσους φόρους, με το ΦΠΑ να αποτελεί το μεγαλύτερο έσοδο όλων. Έχουμε φόρους κοντά στα επίπεδα που επιβάλλουν Σκανδιναβικές χώρες, χωρίς όμως να απολαμβάνουμε ούτε στο ελάχιστο αντίστοιχες ανταποδοτικές υπηρεσίες μέσω δημοσίων αγαθών. Αδυνατούμε να νοικοκυρέψουμε τις δαπάνες μας απλούστατα γιατί κανείς δεν γνωρίζει που δαπανάται τι. Και έτσι στραγγαλίζουμε την οικονομία μας μέσω ενός καταστροφικού κοκτέιλ έμμεσων φόρων. Το χειρότερο όλων είναι ότι το 2010 είναι μόνο η απαρχή των επώδυνων μέτρων. Μέχρι το 2012 το έλλειμμα μας πρέπει να έχει πέσει στο 3%. Αυτό σημαίνει ότι για τις δύο επόμενες χρονιές πρέπει να βρεθούν είτε περεταίρω έσοδα, είτε να περικοπούν περεταίρω οι δαπάνες. Και τα δύο θα συμβούν αλλά το μόνο διαχρονικά σίγουρο είναι ότι, όλες οι κυβερνήσεις όταν ζορίζονται αυξάνουν τους έμμεσους φόρους στην προσπάθεια τους να πετύχουν άμεσα αποτελέσματα. Πάρτε για παράδειγμα τη σχεδιαζόμενη μετάταξη αγαθών από την κλίμακα του 11% στο 23%. Κάτι τέτοιο θα επιφέρει μείωση της κατανάλωσης λόγω περεταίρω συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Πράγμα που σημαίνει λιγότερα έσοδα τελικά για το δημόσιο και άρα περισσότερα μέτρα, άρα περισσότερη ύφεση κ.ο.κ. Έχει ωριμάσει η στιγμή που θα πρέπει να γίνουν δραστικές αλλαγές στην κατανομή και στο ύψος των δαπανών. Έχει ωριμάσει η στιγμή να σταματήσουν επιτέλους οι πειραματισμοί στη φορολογία και να γίνει μια σοβαρή προσπάθεια δίκαιης φορολόγησης. Όσο το δημόσιο δίνει την αίσθηση ότι πανικόβλητο προσπαθεί να τα αρπάξει από όποιον και από όπου μπορεί, τόσο θα αυξάνεται το αίσθημα αδικίας των πολιτών. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μόνοι μας σκάβουμε το λάκκο μας. Και το κακό είναι ότι ο λάκκος είναι ήδη πολύ βαθύς. 

27 Αυγ 2010

Η παιδεία στη ζώνη του λυκόφωτος

 
Από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους ο έλληνας είχε μια περίεργη, σχεδόν διαστροφική, σχέση με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, είχε προσπαθήσει να θέσει τις βάσεις της εκπαίδευσης στη σωστή θέση. Είχε δώσει έμφαση δηλαδή στην επαγγελματική και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θεωρώντας ότι η χώρα είχε πρωτίστως ανάγκη από ειδικούς στην παραγωγή (σύνδεση δηλαδή της παιδείας με την παραγωγή) πριν προχωρήσει στην ίδρυση πανεπιστημίου. Κατηγορήθηκε σφόδρα για αυτό με το περιπαικτικό επίθετο «φωτοσβέστης». Μετά τη δολοφονία του, ιδρύθηκε από τον Όθωνα το Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837) το οποίο κατά τραγική ειρωνεία κατέληξε να φέρει το όνομα του. Κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του το ίδρυμα διέθετε 33 καθηγητές και 52 φοιτητές, ενώ τις διαλέξεις παρακολούθησαν και 75 μη εγγεγραμμένοι επισκέπτες. Οι αρχικές σχολές λειτουργίας του ήταν η Θεολογική, η Νομική, η Ιατρική και η Σχολή Τεχνών (μέρος της οποίας ήταν το τμήμα Εφαρμοσμένων Επιστημών). Σας θυμίζει τίποτα η σκηνή που περιγράφεται; Ίδρυση τμημάτων αχρείαστων για την παραγωγική διαδικασία, (γιατί η Θεολογική να αποτελεί προτεραιότητα για ένα φτωχό αγροτικό κράτος και όχι η Γεωπονική για παράδειγμα;) υπέρ-στελέχωση τμημάτων με διδακτικό προσωπικό και άλλες παρόμοιες αμαρτίες, άκρως νεοελληνικές.

Ερχόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε πως το ελληνικό πανεπιστήμιο κατακρεουργήθηκε στο βωμό των δοξασιών του νεοέλληνα. Γιατρούς και δικηγόρους θέλουν οι γονείς για τα τέκνα τους, γιατρούς και δικηγόρους θα λάβουν. Χιλιάδες γιατρών και δικηγόρων έλαβε η ελληνική κοινωνία, τόσους πολλούς, που πλέον αναγκάζονται να ετεροαπασχολούνται για τα προς το ζην. Ένα πτυχίο για τα παιδιά της ζήτησε η ελληνική οικογένεια, «πτυχίο να ‘ναι κι ότι να ‘ναι, να βρούμε και μια θεσούλα στο δημόσιο μετά». Τόνους πανάκριβων και άνευ αντικειμένου χαρτιά παρέλαβε η ελληνική οικογένεια. Ένα τμηματάκι ΑΕΙ ή έστω ΤΕΙ ζήτησε η ελληνική επαρχεία τώρα που ερήμωσαν και τα στρατόπεδα «για να δουλέψουν τα καφέ και να νοικιαστούν και τα σπίτια μας». Γενηθήτω το θέλημα σας, δεκάδες τα τμήματα φαντάσματα ανά την ελληνική επικράτεια.  

Σοκάρεται δήθεν το πανελλήνιο με την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση φοιτητών οι οποίοι απλά έγραψαν το όνομα τους στις εξετάσεις. Είναι όμως η ίδια η κοινωνία η οποία απαίτησε εισαγωγή στα πανεπιστήμια για όλους. Θα πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός για το τι εύχεται γιατί πολλές φορές η υλοποίηση των ευχών έχει άσχημο τέλος. Μαζική παιδεία για όλους λοιπόν χωρίς φραγμούς, παρκάρουμε τους φοιτητές στα πανεπιστήμια, δεν έχουμε και ανέργους έτσι, παίρνουν και ένα ωραίο χαρτάκι, βγαίνουμε και ωραίες φωτογραφίες την ημέρα της ορκωμοσίας και μετά; Μετά διαπιστώνουμε ότι το χαρτάκι μας δεν έχει καμιά αξία στην αγορά εργασίας, δεν έχει αντικείμενο εργασίας στη συντεχνιοκρατούμενη οικονομία μας (βλέπε κλειστά επαγγέλματα), δεν έχει επαγγελματικά δικαιώματα (βλέπε μηχανικούς απόφοιτους ΤΕΙ), το μαθησιακό και γνωστικό αντικείμενο του δεν έχει ουδεμία σχέση με την παραγωγική διαδικασία και τελικά; Τελικά, καταλήγει ο νέος στο μπλοκάκι, στη μαύρη εργασία, στην ετεροαπασχόληση και αν είναι (ήταν) τυχερός, σε μια θέση στον παράδεισο του ελληνικού δημοσίου. Φυσικά οι έχοντες οικονομική επιφάνεια και οι άριστοι δεν θα παραμείνουν εντός των τειχών αλλά θα αναζητήσουν την τύχη τους σε κάποια χώρα του εξωτερικού, απογυμνώνοντας τη χώρα (στην περίπτωση των άριστων) από το κορυφαίο πνευματικό της δυναμικό που τόσο μας είναι απαραίτητο. 

Όλα αυτά δεν θα πρέπει να μας σοκάρουν και να μας προξενούν εντύπωση. Εμείς σαν κοινωνία τα ζητήσαμε και οι πολιτικοί μας υλοποίησαν αυτά που ζητήσαμε. Όταν ζητάμε πτυχία ΑΕΙ με το τσουβάλι και απαξιούμε για το επάγγελμα του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου, του ξυλουργού (γιατί από γεννήσεως νεοελληνικού κράτους με αυτό το σύμπλεγμα λειτουργούμε), θα πάρουμε μια πλημμυρίδα πτυχίων τα οποία θα ισοπεδώσουν τα πάντα στο πέρασμα τους (αγορά εργασίας, αντίκρισμα πτυχίου κ.α) . Όταν δεν απαιτούμε τη σύνδεση της γνώσης με την παραγωγική διαδικασία (γιατί κάτι τέτοιο είναι εφάμιλλο του σατανά και «εμπορευματοποιεί» την παιδεία), θα λάβουμε πτυχία τα οποία δεν προσφέρουν ούτε ένα εφόδιο στην αγορά εργασίας. Όταν δεν απαιτούμε την αξιολόγηση και την επιβράβευση του άριστου, τότε θα επικρατήσει η μετριοκρατία του 5, η λογική της ελάχιστης προσπάθειας, αφού «δε βαριέσαι, βρέξει χιονίσει θα το πάρεις το πτυχίο». Αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα της «δημόσιας – δωρεάν – παιδείας» και κλείνουμε υποκριτικά τα μάτια στο σύστημα της παραπαιδείας που έχει υποσκελίσει εδώ και καιρό όλες τις βαθμίδες της δημόσιας εκπαίδευσης. Ζητάμε αύξηση των δαπανών για την παιδεία, χωρίς όμως την εισαγωγή αξιολόγησης (αυτά άλλωστε είναι φασιστικά συστήματα εντατικοποίησης της εργασίας) , για να εξακολουθήσουν τα χρήματα να πηγαίνουν στους μέτριους, τους ημέτερους και τους απατεώνες σε μια αέναη κίνηση που σε προβλεπτικότητα θυμίζει τις τροχιές των πλανητών γύρω από τον ήλιο. Ζητάμε υποδομές για την παιδεία, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε και τα παιδιά μας να εκτονώνουν ελεύθερα τις νεανικές ορμές τους στις καταλήψεις και στη φθορά δημόσιας περιουσίας, σε διαδικασίες που αποτελούν το απαύγασμα της δημοκρατικής έκφρασης στη χώρα μας.

Η σημερινή εικόνα δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Όταν εμείς οι ίδιοι ζητάμε αλλοπρόσαλλα και αντιφατικά πράγματα δεν θα πρέπει να ξαφνιαζόμαστε με το αποτέλεσμα.



20 Αυγ 2010

Τα ελληνικά οικονομικά θαύματα

Με αφορμή τις «ροδαλές» δηλώσεις αξιωματούχων της τρόικας αλλά και αυτών του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος («όλα πάνε καλά», «η Ελλάδα πληροί τα κριτήρια για τη δεύτερη δόση», «βγήκαμε από το φαύλο κύκλο» κλπ) θα θέλαμε να επισημάνουμε ορισμένα οικονομικά παράδοξα με τα οποία η χώρα μας κυριολεκτικά ξαναγράφει την οικονομική θεωρία από την αρχή. 

Καταρχήν, εν μέσω δραστικής μείωσης της κατανάλωσης έχουμε ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού, ενώ ταυτόχρονα έχουμε καλπάζουσα ανεργία. Ζωντανεύει δηλαδή το τέρας του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του 70, όπου η άνοδος των τιμών διαγκωνίζονταν με την αύξηση της ανεργίας. Ενώ όλοι οι οικονομικοί αναλυτές περιμένουν μείωση τιμών και μέσω αυτών διαδικασία αποπληθωρισμού (επώδυνη διαδικασία πτώσης των τιμών και γενικής ύφεσης που οδηγεί σταδιακά στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτή και άρα στην ανάπτυξη) στην Ελλάδα τους διαψεύδουμε όλους και έχουμε ρεκόρ αύξησης τιμών. Φυσικά για τα πάντα υπάρχει μια εξήγηση και στην περίπτωση μας, η ξαφνική επανεμφάνιση του πληθωρισμού οφείλεται στην άνευ προηγουμένου επιβολή έμμεσων φόρων στην κατανάλωση. Απέτυχαν (ή δεν ήθελαν) για άλλη μια φορά να συνειδητοποιήσουν στην κυβέρνηση ότι η εύκολη λύση των έμμεσων φόρων ναι μεν έχει άμεσα και μετρήσιμα αποτελέσματα, από την άλλη όμως οδηγεί στην οικονομική καταστροφή. Οι αυξημένοι φόροι αυξάνουν τις τιμές (πληθωρισμός), περιορίζουν την κατανάλωση (και άρα αυξάνουν την ανεργία και το διαθέσιμο εισόδημα) και οδηγούν τελικά σε μειωμένα έσοδα για το δημόσιο. Όποτε το δημόσιο αναγκάζεται να λάβει νέα εισπρακτικά μέτρα και εισέρχεται εκ νέου σε έναν πτωτικό κύκλο. Η λύση δεν είναι η περεταίρω αύξηση των εσόδων μέσω φορολογίας, αλλά η περεταίρω περικοπή δαπανών και η ορθολογικότερη κατανομή των δαπανών που απομένουν. Θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας, αλλά από όλες τις χώρες που πέρασε το ΔΝΤ την τελευταία εικοσαετία υπήρξε δραστική περικοπή δαπανών μέσω απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων και περικοπής του συνταξιοδοτικού συστήματος. Εμείς πάλι προτιμούμε αντί να εξορθολογήσουμε τις δαπάνες μας να κυνηγάμε οικονομικές χίμαιρες (αντισυνταγματικό το μνημόνιο, οι κλέφτες και οι απατεώνες φταίνε, να πληρώσουν αυτοί που τα έφαγαν κλπ). Θα πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι την οικονομική λειτουργία του δημοσίου διέπουν οι ίδιοι οικονομικοί κανόνες που ισχύουν για την οικονομική διαχείριση μια επιχείρησης ή ενός νοικοκυριού. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι το δημόσιο είναι μια επιχείρηση στην οποία όλοι είμαστε μέτοχοι. Αν το δημόσιο (δηλαδή το σύνολο) δεν τα πάει καλά τότε και εμείς ατομικά θα δυστυχήσουμε. Αντί όλοι να κυνηγάμε το δημόσιο με το χέρι απλωμένο θα πρέπει να ωθήσουμε τους κυβερνώντες μας  να διαχειριστούν το δημόσιο χρήμα με καλύτερο τρόπο. Το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να σημάνει περεταίρω περικοπή δαπανών του δημοσίου και όχι άλλη αύξηση των εσόδων.

Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι εν μέσω πληθωρισμού που αυξάνει τις αξίες το ελληνικό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) σημειώνει απότομη πτώση εντός του δεύτερου τριμήνου. Όπερ μεθερμηνευόμενο, ή πτώση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δεν υπήρχε η τεχνητή αύξηση των τιμών λόγω έμμεσων φόρων. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η πραγματική εικόνα θα φανεί με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, όταν θα έχει φανεί η πτώση του τουριστικού εισοδήματος (υπολογίζεται ότι το τουριστικό εισόδημα θα πέσει κάτω των 10 δις ευρώ για φέτος), η κατανάλωση θα περιοριστεί περεταίρω, ενώ και οι εμπορικές επιχειρήσεις θα κληθούν να ανταπεξέλθουν σε μια κατάσταση όπου 1 στους 4 εργαζόμενους (δημόσιοι υπάλληλοι) δεν θα λάβει το σύνηθες δώρο Χριστουγέννων το οποίο παραδοσιακά έσωζε εμπορικά τη χρονιά. Η δε πτώση του ΑΕΠ σηματοδοτεί την εκρηκτική αύξηση του δημοσίου χρέους και ως απόλυτο νούμερο και σαν ποσοστό επί του ΑΕΠ. Με βάση τις σημερινές προβλέψεις το «φανερό» δημόσιο χρέος (χωρίς να έχουν προστεθεί αμαρτίες τύπου ΟΣΕ δηλαδή) κυμαίνεται στα 317 δις Ευρώ ή 130% του ΑΕΠ αν προτιμάτε. Το 2014 αναμένεται να έχει ξεπεράσει το 150% του ΑΕΠ. Δηλαδή μετά από 5 χρόνια σκληρότατης λιτότητας για όσους μισθωτούς και συνταξιούχους απομείνουν όρθιοι, θα πρέπει να καταβληθεί και νέα τιτάνια προσπάθεια για να εξοφληθεί μέρος αυτού του τεράστιου ποσού. Το οποίο ποσό έγινε τεράστιο γιατί όλοι οι κυβερνώντες μας από το 1974 και μετά, τάισαν τον ελληνικό μύθο («ζήσε το μύθο σου») δανειζόμενοι ασύλληπτα ποσά χρημάτων για να τον συντηρήσουν.

Θα κλείσουμε με το τρίτο παράδοξο που είναι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Πράγματι αυτό έχει μικρύνει λίγο (δηλαδή μειώθηκαν οι εισαγωγές μας) αλλά το ύψος του εξακολουθεί και είναι δυσθεώρητα υψηλό. Αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγικός ιστός της χώρας μας εξακολουθεί να καταστρέφεται και παρότι μειώνονται οι εισαγωγές, μειώνονται και οι εξαγωγές ταυτόχρονα, ενώ και ο τουρισμός μας που παλαιότερα μπάλωνε την τρύπα, φέτος πραγματοποιεί μια από τις χειρότερες χρονιές του. Δηλαδή εν μέσω ύφεσης, η χώρα εξακολουθεί να αιμορραγεί και να χάνει σε παραγωγικότητα. Πιο απλά, η πίτα συνεχώς μειώνεται και εμείς δεν κάνουμε τίποτα για αυτό. Ο μόνος τρόπος για να ανακοπεί η πτώση είναι μέσω εξορθολογισμού των δαπανών και ανακατανομή τους, προκειμένου να τονωθεί η εγχώρια παραγωγή και να έχουμε ανάπτυξη. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν το βλέπουμε να γίνεται και τα όποια μέτρα ανακοινώνονται ακολουθούν παρωχημένες και αποτυχημένες συνταγές.    

Ίσως έχει έρθει η ώρα να ακολουθηθούν ρηξικέλευθες προτάσεις αντιμετώπισης του προβλήματος. Από τη στιγμή που οι μηχανισμοί οικονομικής λειτουργίας του δημοσίου δεν λειτουργούν, γιατί να μη δοθούν αυτοί οι μηχανισμοί σε ιδιώτες; Γιατί δηλαδή να υπάρχουν ιδιωτικά νοσοκομεία, ιδιωτικά σχολεία, ιδιωτικά ΚΤΕΟ και να μην υπάρχουν ιδιωτικές εφορίες; Γιατί να εμπιστευόμαστε τη ζωή μας που είναι το υπέρτατο αγαθό σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο και να μην μπορούμε να πληρώσουμε τους φόρους  μας σε μια ιδιωτική εφορία; Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν είναι καν πρωτότυπο, το έχουν κάνει οι Ρωμαίοι χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς (βλέπε http://vonfalkenheyn.blogspot.com/2009/09/blog-post_20.html). Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να αναζητήσουμε αντισυμβατικές λύσεις. Ο χρόνος εξαντλείται και εμείς έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε.