2 Νοε 2011

Ατενίζοντας την άβυσσο



Ο τίτλος του σημερινού κειμένου είναι μαύρος όσο και η διάθεση μας τις τελευταίες μέρες. Με αφορμή την απόφαση για διενέργεια δημοψηφίσματος σχετικά με τη νέα δανειακή σύμβαση, καταλήγουμε στο λυπηρό συμπέρασμα ότι οι κυβερνήτες της χώρας έχουν απομακρυνθεί ολοσχερώς από τη σφαίρα της λογικής και του ορθολογισμού. Αντίθετα, αναζητώντας μια οδό διαφυγής από την ηλεκτρική καρέκλα της ηγεσίας επιλέγουν τη Μανιχαϊστική θεώρηση ενός δημοψηφίσματος. Λευκό εναντίον Μαύρου, Ευρώπη εναντίον Βαλκανίων, Ευρώ ή Δραχμή, είστε μαζί μου ή είστε εναντίον μου, αν είστε εναντίον μου σας σέρνω μαζί μου στην καταστροφή. Προσωπικά είμαι αντίθετος στη λογική των δημοψηφισμάτων γιατί είναι σπάνια τα παραδείγματα στην ανθρώπινη ιστορία όπου τα προβλήματα έχουν μόνο δύο όψεις. Είναι αντίθετα πολλά τα παραδείγματα όπου αντιδημοκρατικές αποφάσεις νομιμοποιήθηκαν με το μανδύα ενός δημοψηφίσματος. Το κυριότερο πρόβλημα με ένα δημοψήφισμα, είναι ότι ο πληθυσμός ενεργεί συνήθως υπό το καθεστώς της ψυχολογίας του όχλου, με διάθεση δηλαδή όχι να απαντήσει στο ερώτημα αλλά σε αυτόν που θέτει το ερώτημα. Ο κύριος Παπανδρέου επιχειρεί να θέσει στην κυβερνητική πλειοψηφία και στον ελληνικό λαό αυτό που ο κύριος John Major (πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου) είχε εύγλωττα περιγράψει ως εξής: “either put up or shut up”. Δηλαδή, ή ρίξτε με ή βγάλτε το σκασμό. Παίζοντας μια προσωπική παρτίδα πόκερ υψηλού ρίσκου επάνω στις πλάτες της χώρας, ο κύριος Παπανδρέου επιχειρεί να αποκτήσει άλλοθι για να καλύψει την προσωπική του ανεπάρκεια. Είναι μάλλον όψιμο και φαιδρό από έναν άνθρωπο που εκστόμισε το «λεφτά υπάρχουν» να ανακαλύπτει ξαφνικά δυσαρμονία λαϊκού αισθήματος και πολιτικού συσχετισμού. Προκαλεί θυμηδία η επίκληση στα πατριωτικά και δημοκρατικά καθήκοντα των πολιτών. Τώρα τα θυμήθηκε αυτά ο κύριος Παπανδρέου; Δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης; Και εν πάση περιπτώσει, κανείς δεν τον υποχρέωσε (;) να αναλάβει πρωθυπουργός, κανείς δεν τον εμποδίζει να παραιτηθεί αν δεν μπορεί να συνεχίσει. Υπό τις παρούσες συνθήκες, μια εκλογική αναμέτρηση σε σύντομο χρονικό διάστημα θα πρόσφερε καλύτερες υπηρεσίες στη χώρα μας. Το διακύβευμα είναι σαφέστατο και ο καθένας μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες του.

Έτσι για την ιστορία, να αναφέρουμε μερικά μόνο από τα αρνητικά ενός δημοψηφίσματος στην παρούσα φάση:
  
Άνευ λόγου και ουσίας το ερώτημα που τίθεται, οι εταίροι μας δεν μας ρωτούν αν θέλουμε τη συγκεκριμένη λύση, μας την επιβάλλουν. Καλή ή κακή αυτή είναι. Η εναλλακτική είναι ανεξέλεγκτη χρεοκοπία. Σε τελική ανάλυση, είναι σαν να ρωτάς κάποιον αν θέλει να πεθάνει από πνιγμό ή από ηλεκτροπληξία. Το δημοψήφισμα, αν έπρεπε να είχε γίνει, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί πριν το πρώτο μνημόνιο για να μπορεί να χρησιμέψει και σαν διαπραγματευτικό ατού στις διαπραγματεύσεις. Τότε, που είχε ακόμα κάποιο νόημα ένα επιθετικό κούρεμα των ελληνικών ομολόγων.

Είναι ανήθικη η προσπάθεια που γίνεται να διαχυθεί η ευθύνη για αποφάσεις που έλαβε ο κύριος Παπανδρέου, προς το σύνολο του πληθυσμού (moral hazard). Αν ο κύριος Παπανδρέου αισθάνεται ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει λόγω του χάους και της παραλυσίας που προκαλούν «σκοτεινά συμφέροντα (αμάν πια αυτά τα σκοτεινά συμφέροντα!), το παρασκήνιο και οι μειοψηφίες» είναι πολύ πιο έντιμο να αποχωρήσει. Μπορεί να προτείνει κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας ή να προκηρύξει εκλογές.

Εκτίθεται ανεπανόρθωτα η ήδη σοβαρά καταρρακωμένη εικόνα της χώρας μας στο εξωτερικό. Οι ηγέτες της Ευρωζώνης κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες τόσο για να καταλήξουν στο προϊόν συμβιβασμού της 26ης Οκτωβρίου, όσο και για να πείσουν την κοινή γνώμη των χωρών τους για την αναγκαιότητα της όποιας στήριξης προς την Ελλάδα. Και ερχόμαστε τώρα εμείς να αμφισβητήσουμε αυτή τη συμφωνία (την οποία «διαπραγματεύτηκε» ο κύριος Παπανδρέου κατά τα λεγόμενα του) μέσα από την αβεβαιότητα ενός δημοψηφίσματος. Ποιός ηγέτης θα συναινέσει να μας δανείσουν περεταίρω μέσα σε αυτό το καθεστώς αβεβαιότητας; Βασικός στόχος των κρατών είναι η επιβίωση τους. Για να επιτευχθεί αυτό το κράτος χρειάζεται φορτία ισχύος. Τα κράτη είτε προσπαθούν με δικές τους ενέργειες να αυξήσουν την ισχύ τους είτε προσπαθούν μέσω συμμαχιών να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Εμείς με την απόφαση αυτή φροντίσαμε να κλονίσουμε σοβαρά την εμπιστοσύνη των συμμάχων ή εταίρων μας ως προς εμάς.

Είναι πάγια αρχή στην οικονομική επιστήμη αλλά και στη θεωρία λήψης των αποφάσεων να μην λαμβάνεις αποφάσεις οι οποίες αυξάνουν την αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα προκαλεί σύγχυση και καθιστά τη λήψη της απόφασης δυσκολότερη. Η σύγχυση αυξάνει το φόβο και τη δυσπιστία των κρατών και τα οδηγεί ευκολότερα σε αποφάσεις μη βέλτιστες ως προς τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα τους. Ο δε φόβος και η αβεβαιότητα αυτοτροφοδοτούν ένα σπιράλ το οποίο συχνά οδηγεί στην κρίση και τη σύγκρουση. 

12 Σεπ 2011

The Governance of a Fragile Eurozone

Σας παραθέτω επιστημονική δημοσίευση του Paul De Grauwe (University of Leuven and CEPS) που δείνει μια εξαιρετική επιστημονική εξήγηση για τα γεγονότα που βιώνουμε σήμερα.  


Τη δημοσίευση αυτή τη βρήκα από το blog του νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krugman

Λίγο πριν το τέλος…


Με αφορμή τη χθεσινή ανακοίνωση των νέων εισπρακτικών μέτρων της κυβέρνησης αλλά και με βάση την κυκλοφορία δημοσιευμάτων περί ελεγχόμενης χρεοκοπίας της χώρας, ήρθε νομίζω η ώρα να γράψουμε τους τίτλους τέλους στην οπερέτα όπου άθελα μας συμμετέχουμε όλοι. Αφήνοντας στην άκρη όλη την παραφιλολογία που αναπτύχθηκε τις τελευταίες μέρες και απομονώνοντας τη χθεσινή ανακοίνωση από το «λευκό θόρυβο» (white noise), το μόνο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο σκεπτόμενος πολίτης είναι αυτό του πανικού των κυβερνώντων. Πρέπει πάση θυσία να συγκεντρωθούν χρήματα για να ταϊστεί ο Μινώταυρος του χρέους και να θυσιαστεί η Ιφιγένεια για να εξευμενιστούν οι Θεοί του δανεισμού. Στη μεν περίπτωση του Μινώταυρου ο Αιγαίας αυτοκτόνησε όταν είδε τα μαύρα πανιά, στη δε περίπτωση της Ιφιγένειας όλοι οι κεντρικοί ήρωες είχαν πολύ κακό τέλος.

Για να μιλήσουμε με οικονομικούς όρους, με τα χθεσινά μέτρα απλά ενισχύουμε περισσότερο τον φαύλο κύκλο της ύφεσης ενώ φροντίζουμε για την τελική επικράτηση της αυτοεκπληρούμενης προφητείας της χρεοκοπίας. Κάνουμε δηλαδή ότι περνάει από το χέρι μας για να πέσουμε στην άβυσσο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα βύθισης. Το γιατί θα αποτύχει το μέτρο είναι αρκετά απλό: αποσύρονται χρήματα από την κατανάλωση ή την αποταμίευση τα οποία δεν μπορούν να φορολογηθούν περεταίρω (ΦΠΑ, Φόρος Εισοδήματος) ή δεν μπορούν να επενδυθούν στην οικονομία (αποταμιεύσεις). Δημοσιονομικά, το αποτέλεσμα θα είναι πολύ χαμηλότερο των προσδοκιών, ενώ είναι απροσδιόριστη προς το παρόν η μεγέθυνση της ύφεσης. Σίγουρα πρέπει να φορολογηθούν όσοι αποκρύπτουν εισοδήματα και όσοι έχουν μεγάλη περιουσία, αλλά αυτός ο τρόπος που επιλέχθηκε απλά δεν είναι ο ενδεδειγμένος. Διότι για τον χαμηλόμισθο η «μικρή επιβάρυνση» που λέει ο υπουργός των οικονομικών μπορεί να σημαίνει ένα πιάτο λιγότερη φακή, σημαίνει απώλεια ζωτικών αγαθών και υποβιβασμό στη φτώχεια. Οι πολύ μεγάλες «νόμιμες και ηθικές» περιουσίες, ουδέποτε φορολογήθηκαν στην Ελλάδα και ούτε πρόκειται να φορολογηθούν και τώρα, ας μην έχει κάποιος αυταπάτες επ’ αυτού. Σε κάθε περίπτωση το μέτρο στερείται οποιασδήποτε οικονομικής ή άλλης λογικής και επαναφέρει το κράτος στη νοοτροπία του Οθωμανού φοροεισπράκτορα: Πόσα μου λείπουν φέτος; Τόσα. Τα παίρνω από όποιον φουκαρά βρω μπροστά μου.

Αυτά συμβαίνουν όμως όταν έχεις αναθέσει τις τύχες της χώρας σου σε ανθρώπους λίγους, που στερούνται επαφής με την πραγματικότητα. Ουδέποτε μελετήθηκε το δημοσιονομικό αποτέλεσμα (fiscal impact) των μέτρων που λαμβάνονται. Όμως ο υπουργός οικονομικών, συνταγματολόγος ο ίδιος, πριν λίγες μέρες έκρινε ότι η οικονομολόγος υπεύθυνη του γραφείου προϋπολογισμού της βουλής είναι άσχετη και το πόρισμα της στερείται «κύρους». Ένα πόρισμα το οποίο περιέγραφε την κατάσταση όπως έχει, αλλά που ο υπουργός έκρινε ότι του χαλάει την «πολιτική διαπραγμάτευση». Όταν όμως η γερμανική αρβύλα πάτησε γερά το λαιμό της ελληνικής κυβέρνησης το περασμένο σαββατοκύριακο, τότε το τροπάριο άλλαξε και ξαφνικά η κατάσταση έγινε «εθνικά κρίσιμη».

Δυστυχώς, εκτιμώ ότι οι χειρότεροι φόβοι θα επιβεβαιωθούν. Έχω την αίσθηση ότι η Γερμανία και άλλα κράτη - δορυφόροι της έχουν απολέσει την υπομονή τους με τη χώρα μας και με τις δηλώσεις αξιωματούχων προσπαθούν να δοκιμάσουν και να προεξοφλήσουν τις αντοχές του συστήματος σε περίπτωση ελεγχόμενης χρεοκοπίας της Ελλάδας. Οι σπασμωδικές αντιδράσεις της Ελλάδας θυμίζουν τις απέλπιδες προσπάθειες του θύματος να ξεφύγει από τον θύτη λίγο πριν αυτός τον στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Για τη σημερινή κατάσταση δεν έχουμε παρά να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας. Το όλο σκηνικό έχει αρχίσει να θυμίζει κυβέρνηση Ιωαννίδη 1973: αδύναμη, άβουλη και άμυαλη κυβέρνηση που οδήγησε τη χώρα στον Αττίλα. Τότε, υπήρχε τουλάχιστον η ελπίδα του εθνάρχη. Τώρα, δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα. Το 1921 η τότε κυβέρνηση προχώρησε σε ένα μέτρο εξίσου σπασμωδικό με το σημερινό. Υπό το βάρος της απόσυρσης των ξένων δανειστών και με την Μικρασιατική εκστρατεία σε πλήρη εξέλιξη, προχώρησε στον περιβόητο αναγκαστικό δανεισμό μέσω της κοπής του χαρτονομίσματος στα δύο. Το ένα κομμάτι με τη μισή αξία πήγαινε στο κράτος υπό τη μορφή δανείου από τους πολίτες, ενώ το άλλο ήμισυ της αξίας το κρατούσε ο κάτοχος. Τότε, το αποτέλεσμα ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή. Σήμερα;         

21 Ιουν 2011

Θεωρία Παιγνίων


Γιατί δεν υπάρχει εύκολη λύση στο ελληνικό οικονομικό πρόβλημα

Με αφορμή το τελευταίο επεισόδιο στο θέατρο σκιών που ονομάζεται ελληνική πολιτική σκηνή, αρκετοί θα είναι αυτοί οι οποίοι διαπίστωσαν ότι ουσιαστικά δεν υπήρξε ουδεμία αλλαγή είτε στις εσωτερικές, είτε στις εξωτερικές συνθήκες. Το οικονομικό πρόβλημα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί εξαιτίας της δημοτικότητας και της αναμφισβήτητης ευστροφίας του νέου υπουργού οικονομικών. Αντίθετα όσο καθυστερούμε τόσο πιο επώδυνες γίνονται οι επιλογές μέσα από τις οποίες καλούμαστε να αποφασίσουμε για το μέλλον της χώρας μας. Αυτό που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό από το ευρύτερο κοινό είναι ότι σε ένα παίγνιο δύο παικτών (ελληνικό κράτος – δανειστές) όπου υπάρχει γενικότερη αβεβαιότητα η λογική της κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι αυτή της ελαχιστοποίησης των ζημιών έναντι κάθε πιθανού ενδεχομένου και όχι η μαξιμαλιστική και συνάμα ουτοπική διαπραγμάτευση επί των όρων του μνημονίου. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις και μαγικές συνταγές στο πρόβλημα της Ελλάδας. Υπάρχουν κακές λύσεις και χειρότερες λύσεις οι οποίες όλες φέρουν μεγάλο κόστος. Ας δούμε αναλυτικά τα δεδομένα:

α) «Να κηρύξουμε επιτέλους χρεοκοπία, να τους έχουμε στο χέρι και να τελειώνουμε μια και καλή με τους τόκους και το χρέος. Να μην ξεπουληθούμε…»

Εδώ η λογική είναι αφού δεν μπορούμε να το αποφύγουμε ας ξεμπερδεύουμε με τη χρεοκοπία μια ώρα αρχύτερα. Είναι ένα τελείως λανθασμένο σκεπτικό το οποίο πρέπει πάση θυσία να αποφύγουμε. Όσοι φλερτάρουν με τη χρεοκοπία δε γνωρίζουν περί τίνος ομιλούν. Η σκέψη ότι η ζημιά των άλλων υπερβαίνει τη δική μας και άρα είναι συμφέρουσα η χρεοκοπία ως διαπραγματευτικό ατού είναι ένα επιχείρημα το οποίο διαρκώς φθίνει σε αξία. Η αποτρεπτική αξία μιας αμοιβαίας καταστροφής έχει νόημα μόνο όταν αυτή είναι βέβαιη. Αφενός κάτι τέτοιο δεν ισχύει λόγω αναρίθμητων αστάθμητων παραγόντων. Αφετέρου, παραγνωρίζουμε ότι υπάρχει παγκόσμιο πρόβλημα δημοσίου χρέους αυτή τη στιγμή όποτε νομοτελειακά κάποια στιγμή θα αναζητηθεί συνολική λύση για το πρόβλημα. Με το να προκαλούμε την τύχη μας επιζητώντας να είμαστε οι πρώτοι που θα δοκιμάσουμε τις αντοχές του συστήματος δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ευνοϊκή αντιμετώπιση του προβλήματος. Αντίθετα, αν ενταχθούμε σε μια συνολική ρύθμιση που να αφορά το ευρωπαϊκό χρέος, έχουμε σαφώς καλύτερες πιθανότητες για καλύτερο αποτέλεσμα. Επομένως, είναι προς το συμφέρον μας να κρατηθούμε όρθιοι με πειστικό τρόπο για όσο το δυνατόν μακρύτερο διάστημα. Δεν θα πρέπει τέλος να παραγνωρίζουμε τις δικές μας αδυναμίες αν θέλουμε να έχουμε μια ρεαλιστική απεικόνιση της κατάστασης μας. Δεν είναι δυνατόν να παράγουμε διαρκώς πρωτογενή ελλείμματα (δηλαδή ελλείμματα χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη δαπάνες για τόκους) και να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μας φταίνε οι δανειστές μας ή όποιον άλλον θέλουμε να φανταστούμε ότι επιζητεί το κακό μας. Ακόμα και αύριο να διαγραφεί το σύνολο των χρεών μας και να μηδενιστεί το ύψος των τόκων, θα πρέπει να ισοσκελίζουμε τους προϋπολογισμούς μας. Θα πρέπει δηλαδή με κάποιον τρόπο να περιορίσουμε τις δαπάνες μας αφού δεν υπάρχει δυνατότητα για άλλους φόρους. Αυτό σημαίνει ότι οι ΔΕΚΟ πρέπει να σταματήσουν να παράγουν ελλείμματα και να δανείζονται με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, αυτό σημαίνει ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες πρέπει να σταματήσουν να παράγουν μαύρες τρύπες, αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες μισθοδοσίας και συντάξεων του δημοσίου πρέπει να περικοπούν. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν με τρόπο τέτοιο ώστε να προβλεφθούν και οι μειώσεις στα έσοδα του κράτους που θα συμβούν ύστερα από τις περικοπές δαπανών.

β) «Να διαγράψουμε το χρέος μας, η Αργεντινή και το Εκουαδόρ μια χαρά τα κατάφεραν…»    

Η Αργεντινή και το Εκουαδόρ έχουν τρεις σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη χώρα μας: α) έχουν εθνικό νόμισμα, β) είναι εξαγωγικές οικονομίες πλούσιες σε πρώτες ύλες και γ)  έχουν σημαντικά χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από ότι η Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να ασκήσουν νομισματική πολιτική τέτοια ώστε να ανακουφίζονται (όχι να εξαλείφονται) οι επιπτώσεις μια χρεοκοπίας. Είναι εξαγωγικές χώρες πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχουν να καλύψουν ελλείμματα ισοζυγίου πληρωμών όπως έχει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα. Τέλος, έχουν να χάσουν πολύ λιγότερα από εμάς από μια χρεοκοπία τόσο σε κατά κεφαλήν εισόδημα όσο και σε αποταμιεύσεις. Το να πέσεις από τα 8.000 $ στα 4.000 $ (Εκουαδόρ) είναι μια πτώση σημαντική μεν αλλά πρακτικά δεν αλλάζουν και πολλά πράγματα στον τρόπο ζωής σου. Φτωχός ήσουν, φτωχός θα παραμείνεις. Το να πέσεις όμως από τα 20.000 $ στα 10.000 $ σημαίνει ότι ήσουν σχετικά εύπορος (15ος στην παγκόσμια κατάταξη) και γίνεσαι μέσα σε μια στιγμή φτωχός. Το διακύβευμα για εμάς είναι σαφώς υψηλότερο. Επιπρόσθετα, οι χώρες αυτές που αναφέρονται συνεχώς σαν παραδείγματα είχαν παραγωγική βάση και εξαγώγιμες πρώτες ύλες στις οποίες στήριξαν την ανάκαμψη τους. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε κράτος παροχής υπηρεσιών οι οποίες εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας, παρουσιάζουν φθίνουσα ζήτηση. Ναι ο τουρισμός μας θα γίνει πιο ελκυστικός αλλά αφενός κανένα κράτος δεν ζει μόνο από τον τουρισμό και αφετέρου, έχει αποδειχθεί πολλάκις ότι η ζήτηση για το τουριστικό προϊόν δεν εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την τιμή. Ο δε αναγκαστικός περιορισμός των εισαγωγών μας θα μας πλήξει ανεπανόρθωτα και αυτό γιατί η υποκατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων δεν μπορεί να γίνει άμεσα. Επιπρόσθετα, υπάρχουν βαθιά δομικά προβλήματα στην παραγωγή μας, όπως η τεράστια ενεργειακή μας εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές, που καθιστούν ανεφάρμοστη μια τέτοια λύση. Πως θα αυξηθεί η γεωργική μας παραγωγή όταν η τιμή του πετρελαίου θα έχει διπλασιαστεί;

γ) «…να απαλλαγούμε από το ευρώ, με τη δραχμή δεν είχαμε πότε τέτοια προβλήματα και αντίθετα θα μπορέσουμε να λύσουμε το πρόβλημα του χρέους…»     

Εδώ χρησιμοποιείται το επιχείρημα ότι Εκουαδόρ και Αργεντινή υποτίμησαν τα νομίσματα τους για να γίνουν και πάλι ανταγωνιστικοί. Μάλιστα για την Αργεντινή οι πιο «ψαγμένοι» τονίζουν ότι βρισκόταν σε μια «ένωση» με το δολάριο (currency board) όπου ένα πέσο είχε άμεση ανταλλακτική αξία με ένα δολάριο. Το πρόβλημα εδώ έχει να κάνει με το γεγονός ότι ακόμα και η Αργεντινή είχε σε κυκλοφορία το δικό της νόμισμα και διέκοψε έναν περιορισμό που η ίδια είχε επιβάλλει. Αν μελετήσουμε την περίπτωση της Αργεντινής θα δούμε ότι μόλις εγκαταλείφθηκε ο κανόνας 1 προς 1 με το δολάριο, το πέσο έχασε πάνω από το 50% της αξίας του ενώ σημειώθηκε τραπεζικός πανικός (bank run). Οι καταθέσεις της μεσαίας τάξης της Αργεντινής έχασαν μέσα σε λίγες μέρες πάνω από τη μισή τους αξία, ενώ όσοι θεωρούσαν ότι είχαν προνοήσει έχοντας καταθέσεις σε δολάρια ατύχησαν, αφού το κράτος τις δέσμευσε. Αν πάμε από ευρώ σε δραχμή αυτό θα σημάνει αυτόματα υποτίμηση κατά τουλάχιστον 50%. Θα σημάνει αυτόματη μετατροπή των καταθέσεων με ότι αυτό συνεπάγεται. Ακόμα και αν πετύχουμε αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους σε επίπεδα Εκουαδόρ (δηλαδή περικοπή κατά 70%) αυτό θα είναι σε ξένο νόμισμα το οποίο μέρα με τη μέρα θα ανατιμάται έναντι της δραχμής. Το δε εσωτερικό χρέος (π.χ στεγαστικά δάνεια) αν μετατραπεί σε δραχμές θα σημάνει την κατάρρευση – κρατικοποίηση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Η κρατικοποίηση – διάσωση του θα απαιτήσει πόρους του δημοσίου που απλά δεν θα υπάρχουν βαθαίνοντας περεταίρω το πρόβλημα. Επιπλέον, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η Ελλάδα είναι τόσο εξαρτημένη από εισαγωγές όπου έχουμε φτάσει στο σημείο να είμαστε ελλειμματικοί ακόμα και στα τρόφιμα πρώτης ανάγκης. Ναι, σίγουρα οι εισαγωγές μας θα γίνουν πιο ελκυστικές. Με τι χρήματα θα αγοραστούν τα ανταλλακτικά για τα τρακτέρ; Με τι χρήματα θα αγοραστεί κεφαλαιουχικός εξοπλισμός για να αυξηθεί η παραγωγή; Με άλλα λόγια, πόσα πορτοκάλια πρέπει να εξάγουμε για να αγοράσουμε τα εισαγόμενα φάρμακα που χρειαζόμαστε; Πόσες ντομάτες και πόσο ελαιόλαδο πρέπει να εξάγουμε για να εισάγουμε το πετρέλαιο που χρειαζόμαστε; Τέλος, ποιοι θα επωφεληθούν από την εισαγωγή της δραχμής στην Ελλάδα; Μήπως όλοι αυτοί που έχουν τεράστιες αδήλωτες καταθέσεις στην Ελβετία; Μήπως μετά θα αγοράσουν την Ελλάδα έναντι πινακίου φακής;

Το μνημόνιο είναι σαφέστατα σε λανθασμένη βάση. Δεν χρειάζονται άλλοι φόροι οι οποίοι αφενός βαθαίνουν την κρίση (και άρα μειώνουν αντί να αυξήσουν τα έσοδα) και αφετέρου πέφτουν επί των συνήθων υποζυγίων (μισθωτών, συνταξιούχων, ευσυνείδητων φορολογουμένων). Το πρόβλημα του χρέους σαφώς και πρέπει να αντιμετωπιστεί αφού μακροπρόθεσμα είναι ξεκάθαρα μη βιώσιμο. Όμως προκειμένου να διαπραγματευτούμε από ευχερέστερη βάση, καλό θα ήταν να τακτοποιήσουμε τα του οίκου μας πρώτα και μετά να πάμε σε ρύθμιση οφειλών. Ρεαλιστικά αυτό σημαίνει περικοπή των δαπανών του δημοσίου. 


Το παραπάνω γράφημα τα λέει όλα και δεν χρειάζεται να επεκταθώ περεταίρω. Πρώτα πρέπει να δείξουμε ότι κερδίζουμε 50 δις και ξοδεύουμε 50 δις (χωρίς τους τόκους) και μετά να διαπραγματευτούμε. Τώρα, εμείς ουσιαστικά ζητάμε να μας δανείσουν για να εξακολουθήσουμε να ζούμε πέρα από τις δυνατότητες μας, πράγμα εντελώς ανεδαφικό. Οι ξένοι δανειστές μας φυσικά δεν είναι ούτε ηλίθιοι ούτε προσποιούνται τη μετενσάρκωση της Μαρίας Τερέζας και απαιτούν εμπράγματες εγγυήσεις (δηλαδή αποκρατικοποιήσεις) για τα δάνεια που θα δώσουν. Αν εμείς κινηθούμε στη σωστή λογική περιορίζοντας τις χρόνιες στρεβλώσεις και παθογένειες του δημοσίου, τότε μπορούμε ακόμα και τώρα να αποφύγουμε τη χρεοκοπία και να πάμε σε μια συντεταγμένη διαπραγμάτευση. Αυτό που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έχουμε καταλάβει είναι ότι η λέξη διαπραγμάτευση σημαίνει δίνω κάτι για να πάρω κάτι. Μπορούμε είτε να τους δείξουμε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και να ζητήσουμε αναδιάρθρωση των χρεών μας, είτε να ξεπουλήσουμε τα πάντα και να πάρουμε τα δανεικά. Είναι η ώρα να δούμε πως θα περιορίσουμε τη ζημιά μας και όχι το πως θα συνεχίσουμε έναν αδιέξοδο τρόπο ζωής. Είναι ώρα να σκεφτούμε, από όλες τις λύσεις που μας παρουσιάζονται, ποιός πραγματικά επωφελείται από αυτές; Αν όλοι οι πολίτες σκεφτούν με λογική το πρόβλημα τότε κανένας κυβερνήτης δεν μπορεί να τους εξαπατήσει. Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα μέσα μας τι είδους «λογική» θέλουμε να έχουμε και οι ηγέτες μας θα ακολουθήσουν αυτό που θέλουμε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Μαγικές συνταγές πάντως δεν υπάρχουν.   

24 Μαΐ 2011

Η επανάληψη της Ιστορίας


Λέγεται πως όταν η ιστορία επαναλαμβάνεται, η επανάληψη της θυμίζει φάρσα. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η τωρινή χρεοκοπία είναι κάτι το πρωτοφανέρωτο από σύστασης νεοελληνικού κράτους. Και όμως, το φαινόμενο έχει ξαναεμφανιστεί με καταπληκτική συχνότητα: χρεοκοπία το 1827, το 1843, το 1893, το 1932 και τελικώς σήμερα. Αν εξετάσει κανείς τις συνθήκες του κάθε γεγονότος θα βρει αξιοπερίεργες ομοιότητες. Και ως γνωστών, επαναλαμβανόμενες ομοιότητες παύουν να αποτελούν συμπτώσεις. Αναλωνόμαστε συνεχώς σε κυνήγι μαγισσών στη χώρα μας για το ποιος ή τι έφταιξε, αν ήταν οι προηγούμενοι, οι επόμενοι ή οι υποχθόνιες ξένες δυνάμεις και οι ανίεροι δανειστές μας που επιβουλεύονται το μεγαλείο του έθνους μας. Αναζητούμε συνεχώς  τον «κακό» του παραμυθιού και με μεγάλη ευκολία παραβλέπουμε τυχόν δικά μας λάθη ή παραλήψεις. Καλώς ή κακώς η Ελλάδα από συστάσεως της ανήκει σε ένα σύστημα κρατών, τη λειτουργία του οποίου διέπουν μερικοί απλοί κανόνες:

·        Το διεθνές σύστημα είναι άναρχο δηλαδή δεν υπάρχει ανώτατη αρχή που να επιλύει τις διαφορές μεταξύ των κρατών στη βάση ενός δικαιϊκού συστήματος.  
·        Το διεθνές σύστημα είναι ανταγωνιστικό, δηλαδή το κάθε κράτος βρίσκεται σε ένα διαρκή ανταγωνισμό απόκτησης ισχύος με πρώτο στόχο την επιβίωση του και απώτατο στόχο την ηγεμονία
·        Το διεθνές σύστημα είναι ένα σύστημα αυτοβοήθειας, δηλαδή το κάθε κράτος οφείλει να προβεί σε όλες εκείνες τις ενέργειες που θα το καταστήσουν ικανό από μόνο του να επιβιώσει.

Στις σχέσεις μεταξύ των κρατών δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο, δεν υπάρχουν εχθροί και φίλοι αλλά υπάρχουν εθνικά συμφέροντα και ισχύς. Κανόνες όπως το διεθνές δίκαιο είναι χρήσιμοι να υπάρχουν και αποτελούν ένα κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου συνήθως, άλλα όχι πάντα, κινείται η συμπεριφορά των κρατών. Σε κάθε περίπτωση το διεθνές δίκαιο ή διεθνείς οργανισμοί συλλογικής ασφάλειας (ΟΗΕ) δεν αποτελούν δεσμευτικό περιορισμό των εθνικών συμφερόντων. Αντίθετα, σύμφωνα με τα γραφόμενα του John J. Mearsheimer (The Tragedy of Great Power Politics), όλη αυτή η προσπάθεια μεταφοράς της διαπροσωπικής ηθικής στις σχέσεις μεταξύ των κρατών δεν αποτελεί παρά ένα φύλο συκής ή όπως λέει ο ίδιος “liberalization of realist policies”.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο καλείται διαχρονικά να λειτουργήσει η Ελλάδα. Προκειμένου ένα κράτος όπως η χώρα μας να επιβιώσει θα πρέπει πρωτίστως να συνειδητοποιήσει τη θέση της στο διεθνές σύστημα όπου λειτουργεί. Δηλαδή, ποιο είναι το φορτίο ισχύος της, ποια κράτη συνιστούν απειλή για τα συμφέροντα της και με ποιά κράτη μπορεί να υπάρξει συνεταιρισμός συμφερόντων. Η ισχύς ενός κράτους είναι μια αρκετά σύνθετη έννοια η οποία επηρεάζεται από πολλές μεταβλητές και σταθερές. Για λόγους απλότητας, θεωρούμε ότι η ισχύς ενός κράτους αντικατοπτρίζεται από τη στρατιωτική και την οικονομική του ισχύ σε μια σχέση μεταξύ τους αλληλεξάρτησης. Χωρίς στρατιωτική ισχύ δεν μπορεί να υπάρχει οικονομική ισχύ και το αντίστροφο. Η στρατιωτική ισχύς είναι ο ακρογωνιαίος λίθος στην προσπάθεια ενός κράτους να επιβιώσει και να εξασφαλίσει ικανοποιητική ασφάλεια για το ίδιο. Η οικονομική ισχύς είναι το απαραίτητο όχημα βάση του οποίου πραγματοποιείται η εθνική πολιτική («Δει Δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι και άνευ τούτων…», Δημοσθένης , Α΄ Ολυνθιακός). Η απουσία χρημάτων, όπως λέει και ο Δημοσθένης, οδηγεί αναγκαστικά σε περιορισμό των επιλογών ενός κράτους και κατ’ επέκταση, υπονομεύει την ασφάλεια και επιβίωση του.

Ιστορικά, από την πρώτη κιόλας πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Σταυροφόρους (Δ’ Σταυροφορία, 1204), η τότε διαμορφούμενη ελληνική εθνική συνείδηση αναζητούσε τους προδότες και τους σωτήρες ανάμεσα στις ξένες δυνάμεις. Ο Έλληνας πίστεψε ότι φταίνε οι δυτικοί σταυροφόροι για το κατάντημα της ελληνοχριστιανικής αυτοκρατορίας παραβλέποντας ότι ήταν η δυναστεία των Αγγέλων αυτή που ουσιαστικά προσκάλεσε τους δυτικούς στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να ανακαταλάβει το θρόνο. Αργότερα, στον 15ο  αιώνα όταν η πτώση της Κωνσταντινούπολης είναι απλά θέμα χρόνου, κατηγορεί τους δυτικούς «εξωμότες» που δεν βοηθούν το προπύργιο του χριστιανισμού στηn Ανατολή. Παραβλέπονται βέβαια οι εμφύλιοι πόλεμοι του 14ου αιώνα που αποδυνάμωσαν σημαντικά την αυτοκρατορία. Αλλά ακόμα και την ύστατη στιγμή όπου προσφέρεται η ένωση των εκκλησιών (υπαγωγή της ορθόδοξης εκκλησίας στην παπική δικαιοδοσία, 1439 – 1443) ως αντάλλαγμα δυτικής βοήθειας, υπάρχουν αρκετοί που αναφωνούν το «καλύτερα το σαρίκι του σουλτάνου από την καλύπτρα του καρδινάλιου». Κατά την Οθωμανική κατοχή είναι αρκετές οι προσπάθειες επανάστασης των υπόδουλων Ελλήνων, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων αποτελεί η αναζήτηση του ξένου Μεσσία και η διχογνωμία των επαναστατών. Στην αρχή, Μεσσίες είναι οι Ισπανοί (16ος αιώνας), κατόπιν είναι οι Ρώσοι (18ος – 19ος αιώνας). Μόνο όταν οι Έλληνες συνειδητοποιούν ότι για να επιτύχουν τον εθνικό στόχο πρέπει πρωτίστως να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις (Φιλική Εταιρεία), επιτυγχάνει το εγχείρημα της επανάστασης. Όμως ακόμα και μετά τις πρώτες επιτυχίες του 1821, αρχίζει η συνηθισμένη ιστορία του νεοελληνικού κράτους, δηλαδή εμφύλιοι πόλεμοι και εξωτερικός δανεισμός. Τα πρώτα δάνεια συνάπτονται το 1823 και 1824 με όρους οι οποίοι κάνουν το σημερινό μνημόνιο να φαντάζει ονειρικό. Τα δάνεια ύψους 800.000  και 2.000.000 λιρών συμφωνούνται με επιτόκιο 5%, προμήθεια έκδοσης 3,5%, ασφάλιστρα κινδύνου 1,5% (για όσους πιστεύουν ότι τα CDS και τα hedge funds είναι σύγχρονη πρακτική) ενώ ως υποθήκη πληρωμής των δανείων (διάρκειας 36 χρόνων) τέθηκαν οι «εθνικές γαίες». Όμως τελικά παραχωρήθηκαν σε μετρητά περίπου 500.000 λίρες  αθροιστικά αφού η πραγματική αξία του δανείου ορίστηκε στο ~60% της ονομαστικής! Επιπρόσθετα, παρακρατήθηκαν 80.000 λίρες για τις δύο πρώτες δόσεις του δανείου. Ακόμα όμως και από αυτά τα χρήματα που απέμειναν, αγοράστηκε οπλισμός που παραδόθηκε μερικώς (αντί για 6 πολεμικά ατμόπλοια παραδόθηκε τελικώς ένα, οποιαδήποτε σύγκριση με τη σύμβαση των υποβρυχίων είναι τυχαία), ενώ τελικά εικάζεται ότι κατέληξαν στα ταμεία του ελληνικού κράτους λιγότερα από 80.000 λίρες σε μετρητά! Τελικώς η χώρα βυθίζεται σε εμφύλιο πόλεμο, η επανάσταση φτάνει ένα βήμα από την καταστροφή και μοιραία το 1827 προχωράει σε στάση πληρωμών. Η άφιξη του Καποδίστρια προσπαθεί να βάλει ένα τέλος στον κατήφορο και πράγματι προωθεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην προσπάθεια του να μετατρέψει την Ελλάδα σε κράτος. Θίγει όμως σημαντικά τοπικά και συντεχνιακά συμφέροντα, ενώ και οι ξένοι δανειστές μας δε βλέπουν με καλό μάτι την προσπάθεια εθνικής ανάταξης. Τελικώς το 1831 δολοφονείται προκειμένου και πάλι να έρθουν οι ξένοι σωτήρες στο πρόσωπο του Βαυαρού Όθωνα με την εγγύηση και τα νέα δάνεια (μνημόνια) των ξένων  προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Το νέο κράτος είναι τόσο εξαρτημένο από τους δανειστές του που στην Ελλάδα εμφανίζονται κόμματα όχι ιδεολογικά αλλά σχετιζόμενα με τις ξένες προστάτριες δυνάμεις (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα). Τα δάνεια του 1833 (60 εκ. γαλλικά φράγκα) κατασπαταλώνται στη βασιλική αυλή, σε στρατιωτικές δαπάνες αμφιβόλου αποτελεσματικότητας, στη συντήρηση γραφειοκρατίας και σε πληρωμή τόκων. Οποιαδήποτε προσπάθεια συγκράτησης και εξορθολογισμού των δαπανών προσκρούει στα συντεχνιακά μικροσυμφέροντα των ομάδων που λυμαίνονται τον κρατικό προϋπολογισμό. Νομοτελειακά, έρχεται η πτώχευση του 1843 όπου η χώρα αδυνατεί να καταβάλει τους τόκους των δανείων που έχει συνάψει. Ο βασιλιάς Όθωνας εκλιπαρεί τις προστάτιδες δυνάμεις για νέα δάνεια τα οποία του χορηγούνται, υπό την προϋπόθεση της αυστηρής περικοπής δαπανών και της επιβολής φόρων (οποιαδήποτε ομοιότητα με την Τρόικα είναι συμπτωματική). Τελικά, οι κλειστές συντεχνίες των συμβούλων και των πολιτικών που ευθύνονται για την κατάσταση μένουν στο απυρόβλητο ενώ ο ελληνικός λαός στενάζει υπό το βάρος των φόρων. Όμως το τελικό αποτέλεσμα ήταν, να επιβληθούν αυστηροί όροι ως προς την αποπληρωμή των ελληνικών δανείων μέσω της δημιουργίας επιτροπής ελέγχου της ελληνικής οικονομίας και της διοχέτευσης των βεβαιωμένων εσόδων του δημοσίου πρωτίστως στην πληρωμή τόκων και χρεολυσίων (Τον επόμενο χρόνο έγινε η στρατιωτική στάση του 1844 που κατέληξε στη μετατροπή του πολιτεύματος σε συνταγματική μοναρχία). 

Τις δεκαετίες του 1860 και 1870 με την ανάπτυξη της ναυτιλίας και μιας υποτυπώδους βιομηχανίας, αρχίζει να αναπτύσσεται σταδιακά μια αστική τάξη στη χώρα. Οι «εκσυγχρονιστές» συντάσσονται με το κόμμα του Τρικούπη ενώ οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις και συντεχνίες με το κόμμα του Δηλιγιάννη. Ο Τρικούπης προσπαθεί να καινοτομήσει τόσο σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης (ανάπτυξη σιδηρόδρομου, διώρυγα της Κορίνθου) όσο και σε θεσμικά θέματα (αξιοκρατικές προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων, πάταξη φαινομένων δωροδοκίας δικαστικών και εφοριακών, ελεύθερες εκλογές, αρχή της δεδηλωμένης κ.α.). Όμως τα τοπικιστικά και συντεχνιακά συμφέροντα υπό τη δημαγωγική αρχηγεία του Δηλιγιάννη μάχονται λυσσαλέα τις αλλαγές και κερδίζουν έτσι τις εκλογές του 1885. Και ενώ το ελληνικό δημόσιο, παρά το όποιο συμμάζεμα του Τρικούπη, αποδίδει το 40 – 50% των εσόδων του σε τόκους, ο Δηλιγιάννης προχωρεί σε αθρόες προσλήψεις πολιτικών συμμάχων του στο δημόσιο. Ο εξωτερικός δανεισμός αυξάνεται με ιλιγγιώδη ρυθμό με αποτέλεσμα ακόμα και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ να δυσανασχετήσει. Τελικώς η πρωθυπουργία παραδίδεται στον Τρικούπη το 1891 όπου όμως η κατάσταση είναι πλέον μη αναστρέψιμη και σε συνδυασμό με ένα οικονομικό σοκ (καταστροφή της παραγωγής της σταφίδας) οδηγείται το 1893 να αναφωνήσει το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Τα μέτρα που επιβάλλουν οι δανειστές μας (επιτροπή οικονομικού ελέγχου υπό τον Εδουάρδο Λω) και η δημαγωγία του Δηλιγιάννη (πιστώνει τη χρεοκοπία στον Τρικούπη, οι ομοιότητες με το σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι τυχαίες όπως πάντα) οδηγούν στην πτώση του Τρικούπη και τη φυγή του από τη χώρα (θα πεθάνει το 1896 στις Κάννες στη Γαλλία). Ο Δηλιγιάννης επιχειρώντας φυγή από την εσωτερική πραγματικότητα προσπαθεί να εξάγει το πρόβλημα στο εξωτερικό (ανάμιξη με την επανάσταση της Κρήτης το 1896 παρά την αντίθεση των δανειστών μας) με τελική κατάληξη τον πόλεμο Ελλάδος – Τουρκίας το 1897. Ο Τουρκικός στρατός φθάνει τελικώς μέχρι τη Λαμία όπου σταματάει κατόπιν παρέμβασης των δανειστών μας. Στην Ελλάδα επιβάλλονται βαρύτατες πολεμικές αποζημιώσεις προς την Τουρκία ενώ υποχρεώνεται η χώρα μας στη σύναψη νέου δανείου (μνημόνιο 2) προκειμένου να ανταποκριθεί. Η εξουσία της επιτροπής οικονομικού ελέγχου διευρύνεται   και ουσιαστικά ασκεί την οικονομική πολιτική της χώρας με γνώμονα την αποπληρωμή των ξένων ομολογιούχων.  

Μερικές δεκαετίες αργότερα και συγκεκριμένα το 1928 αναλαμβάνει για δεύτερη φορά την πρωθυπουργία της Ελλάδος ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια συγκυρία όπου η χώρα έχει περάσει κυριολεκτικά από χίλια κύματα. Η χώρα εξέρχεται τραυματισμένη τόσο οικονομικά όσο και θεσμικά (δίκη των έξι, εξορία του βασιλιά, στρατιωτικά πραξικοπήματα) από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Βενιζέλος σταθεροποιεί την οικονομία (εισάγει τη δραχμή στο χρυσό κανόνα, κάτι σαν το ευρώ της εποχής) και επικρατεί μια επίπλαστη αίσθηση ευημερίας, πλην όμως αυτή η ευημερία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε δανεικά. Η κρίση του 1929 βρίσκει τους κυβερνώντες απροετοίμαστους να δηλώνουν δημοσίως την ανθεκτικότητα και τη θωράκιση της οικονομίας έναντι εξωτερικών πιέσεων (οποιαδήποτε ομοιότητα με τις δηλώσεις Αλογοσκούφη αποτελεί απλή σύμπτωση). Τελικώς το 1931, ένας συνδυασμός παραποιημένων στατιστικών στοιχείων και νομισματικών πιέσεων (κερδοσκοπική επίθεση στη δραχμή), οδηγούν σε αδυναμία διατήρησης του χρυσού κανόνα[1]  και τελικώς σε αδυναμία δανεισμού. Το 1932 το χρέος της Ελλάδος ανέρχεται στο 150% του ΑΕΠ όταν και επίσημα προχωράει το ελληνικό δημόσιο σε στάση πληρωμών. Τελικώς η δικτατορία του Μεταξά (μετά το κίνημα της 4ης Αυγούστου του 1935 και την επαναφορά του βασιλιά) θα έρθει σε συμφωνία με τους ξένους ομολογιούχους προχωρώντας σε περικοπή των τόκων άνω του 50%. Όμως εντωμεταξύ έχει εκτιναχθεί η ανεργία, έχουν μειωθεί δραματικά οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο και έχουν χρεοκοπήσει βιομηχανίες και τράπεζες του ιδιωτικού τομέα.

Η Ιστορία λοιπόν επαναλαμβάνεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο συνεχώς στο νεοελληνικό κράτος. Κατά την άποψη μου, το θεμελιώδες σφάλμα τόσο των κυβερνώντων όσο και του πληθυσμού είναι ότι αγνοείται συνεχώς ο κανόνας της αυτοβοήθειας. Σίγουρα υπήρχαν και θα υπάρχουν εξωτερικές πιέσεις και γεγονότα έξω από τον έλεγχο μας, αλλά και αυτό είναι στοιχείο του διεθνούς συστήματος στο οποίο διαβιούμε. Εντούτοις όμως ξεχνάμε το πιο σημαντικό το οποίο είναι ότι αν δεν λάβουμε μόνοι μας σαν έθνος τα κατάλληλα μέτρα ενίσχυσης μας, κανένας άλλος δεν πρόκειται να το κάνει για μας. Τα κράτη δεν έχουν αισθήματα, δεν έχουν φίλους και εχθρούς όπως έχουν οι άνθρωποι. Κανείς δε θέλει να μας καταστρέψει και κανείς δε θα μας βοηθήσει ανιδιοτελώς. Υπάρχουν όμως συμφέροντα και αυτά τα προστατεύουν οι δανειστές και οι ξένες δυνάμεις με κάθε τρόπο. Ανήθικος δεν είναι ο δανεισμός ενός κράτους με ληστρικό επιτόκιο. Ανήθικη είναι η καταπάτηση κάθε έννοιας εθνικού συμφέροντος από τους κυβερνώντες της χώρας που δανείζεται σε εποχές παχαίων αγελάδων μεταθέτοντας το λογαριασμό για το μέλλον. Ανήθικη είναι η υποδούλωση της χώρας προκειμένου να εξυπηρετηθούν συντεχνιακά συμφέροντα. Ανήθικη είναι η αμέλεια της ασφάλειας ενός κράτους το οποίο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε υπονόμευση της επιβίωσης του (το 1897 φαντάζει τόσο μακρινό πλέον). Ο δανειστής και ο κάθε δανειστής κοιτάει να μεγιστοποιήσει το συμφέρον του και ορθά πράττει. Ο δανειζόμενος, οφείλει να είναι πολύ προσεκτικός και μετρημένος στις κινήσεις του. Οφείλει να γνωρίζει ο δανειζόμενος ότι ο δανειστής δεν ενδιαφέρεται πάντα για την ανάκτηση των χρημάτων του αλλά πολύ συχνά τον ενδιαφέρει ο νόμος του Σάιλοκ, δηλαδή θέλει σαν πληρωμή μια λίβρα από τις σάρκες του δανειστή.      

                 


[1] Χρυσός Κανόνας (Golden Standard) πολύ απλουστευμένα σημαίνει ότι η αξία των δραχμών σε κυκλοφορία συνδεόταν ευθέως με τα διαθέσιμα χρυσού της Tράπεζας της Ελλάδος. Η φράση «Πληρωτέο επί τη εμφανίσει» που έφεραν τα χαρτονομίσματα σήμαινε ότι τυπικά η αξία του χαρτονομίσματος καλυπτόταν πλήρως από διαθέσιμα χρυσού τα οποία ο κομιστής του νομίσματος μπορούσε να ζητήσει ως αντίτιμο από την αρμόδια νομισματική αρχή. 
 

8 Απρ 2011

Debtocracy


Κυκλοφορεί ελεύθερα από χθες ένα αρκετά αξιόλογο ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στην οικονομική κρίση της χώρας μας με τον τίτλο “Debtocracy” (ολόκληρο το βίντεο μπορείτε να το δείτε μέσω του παρακάτω link)


Πρόκειται για μια καλοδουλεμένη παραγωγή την οποία αξίζει τον κόπο να δει κανείς. Για όσους δεν το έχουν δει, εν συντομία αναφέρεται στα δεινά που προκαλεί στη χώρα μας το χρέος, για το πόσο λανθασμένα είναι τα οικονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι δανειστές μας, ενώ αναφέρεται εκτενώς στα παραδείγματα της Λατινικής Αμερικής (Μεξικό, Αργεντινή, Εκουαδόρ). Τέλος, γίνεται αναφορά στο παράδειγμα του Εκουαδόρ και πως αυτό απαλλάχτηκε από μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους του επικαλούμενο νομολογία περί «ειδεχθούς χρέους». Ενώ είναι πολύ καλή παραγωγή γενικά, εν τούτοις θεωρώ ότι αντιμετωπίζουν τη διάσταση του χρέους μονόπλευρα. Και εξηγώ τη διαφωνία μου ως προς ορισμένα σημεία του φιλμ:

Α) Ο λαός δε φέρει ευθύνη για το χρέος και δεν πρέπει να το πληρώσει

Παρουσιάζεται γενικά ο «λαός» ως ένα άβουλο, ανήλικο βρέφος το οποίο δε γνώριζε, δεν ήξερε και δεν ευθύνεται. Σίγουρα η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τους περίπλοκους μηχανισμούς χρηματοδότησης του χρέους. Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία του κόσμου (ιδιωτικός τομέας, μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίες επιχειρήσεις) δε βούτηξε «το χέρι στο μέλι». Όμως, όλος ο κόσμος κατανοεί τη βασική αρχή ότι όταν ένας ιδιώτης, μια επιχείρηση, ένα κράτος ξοδεύουν παραπάνω από όσα εισπράττουν τότε αργά ή γρήγορα θα χρεοκοπήσουν. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το μεταπολιτευτικό όνειρο της ελληνικής αστικής οικογένειας είναι να δει τα τέκνα της αποκατεστημένα με μια δουλεία στο δημόσιο. Όταν μεταπολιτευτικά τα δύο κόμματα εξουσίας αποσπούν σε σταθερή βάση ποσοστά πάνω από 80%, με την προσέλευση στις εκλογικές αναμετρήσεις να βρίσκεται σταθερά πάνω από το 70%, τότε είναι λίγο δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι ο λαός είναι εντελώς άμοιρος ευθυνών.

Β) Το χρέος είναι μη διαχειρίσιμο και τα μέτρα που λαμβάνονται είναι προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να πάμε πέρυσι σε διαπραγμάτευση χρέους.

Τα μέτρα που λαμβάνονται είναι όντως καταστροφικά και επιδεινώνουν, αντί να επιλύουν το πρόβλημα του χρέους. Αναφέρονται τα παραδείγματα κουρέματος χρέους του Εκουαδόρ, της Αργεντινής και του Μεξικού. Όμως τα παραδείγματα αυτά είναι ανόμοια με την ελληνική πραγματικότητα. Γιατί αφενός και οι τρεις χώρες είναι εξαγωγικές οικονομίες, πλούσιες σε πρώτες ύλες (πετρέλαιο για το Εκουαδόρ και το Μεξικό, σιτάρι και κτηνοτροφικά προϊόντα για την Αργεντινή) και αφετέρου το βιοτικό τους επίπεδο μετρημένο σε κατά κεφαλήν εισόδημα υπολείπεται του ελληνικού. Όταν έχεις το μισό ή λιγότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σε σχέση με το ελληνικό, δηλαδή όταν η οικονομία σου βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου ήταν η ελληνική τη δεκαετία του 60 ή του 70 δεν έχεις και πολλά να χάσεις από μια αναδιάρθρωση χρέους. Η δε Αργεντινή που είναι μια οικονομία μεγαλύτερη από τη δική μας και με κατά κεφαλήν εισόδημα λίγο χαμηλότερο από το δικό μας υπέστη μεγάλη καθίζηση της οικονομίας της (-15% για το 2002 και -15% για το 2003) μετά από παρέμβαση του ΔΝΤ και κατόπιν κούρεμα του χρέους της. Στη συνέχεια υπήρξε θετική αντίδραση της οικονομίας της, αλλά η καταστροφή της μεσαίας αστικής τάξης (απαξίωση μισθών και καταθέσεων, κατακόρυφη αύξηση της αξίας του ιδιωτικού χρέους) είναι γεγονός. Να διαπραγματευτούμε το χρέος, σύμφωνοι. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: πρώτον, να διαθέτει όραμα και αποφασιστικότητα η ηγεσία της χώρας (able and willing) και δεύτερον, να βγει και να πει την αλήθεια για τις συνέπειες μια αναδιάρθρωσης στον κόσμο. Ήταν το 2010 διατεθειμένος ο πληθυσμός να δει το κράτος σε γενικευμένη στάση πληρωμών για ακαθόριστο διάστημα; Ήταν διατεθειμένοι οι δημόσιοι υπάλληλοι να μην πληρωθούν για κάποιους μήνες (όπως γίνεται κατά κόρον στον ιδιωτικό τομέα, η εξαίρεση έχει φτάσει να είναι να πληρώνεται κανείς στην ώρα του) ή να κοπούν γενικά οι μισθοί και οι συντάξεις όλων στο μισό; Σίγουρα η οικονομία θα είχε αναπνεύσει από τα τοκοχρεολύσια και σε διάστημα 2 – 3 χρόνων με τους κατάλληλους χειρισμούς θα ορθοποδήσει. 

 
Εικόνα 1. Η πορεία του ΑΕΠ της Αργεντινής από το 2000 έως το 2009

Ήμασταν διατεθειμένοι να ξεχάσουμε τη ζωή μας όπως την ξέραμε αν προχωρούσαμε σε αναδιάρθρωση; Η αναδιάρθρωση εν τέλει είναι θέμα χρόνου να γίνει. Πρώτα θα διασωθούν οι ευρωπαϊκές και άλλες τράπεζες που μας δάνεισαν και μετά, αφού αφαιρέσουν οτιδήποτε χρήσιμο από το κράτος (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ και λοιπά ασημικά) θα μας αφήσουν να πέσουμε. Τότε όμως η αναδιάρθρωση θα γίνει υπό τους όρους των κρατών που κατέχουν τα χρεόγραφα μας (Γαλλία, Γερμανία) και όχι υπό τους δικούς μας. Θα γίνει όταν θα έχει μετατραπεί η Ελλάδα σε κράτος δορυφόρο των δανειστών της και θα είναι ένα κράτος περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας. Η βουτιά που βλέπεται στην εικόνα 1 θέλει τόλμη και αλήθεια προς τον κόσμο. Και εμείς εδώ δεν διαθέτουμε τίποτα από τα δύο.

Το κλειδί της υπόθεσης που δεν αναφέρεται στην ταινία είναι ότι  η δομή της ελληνικής οικονομίας είναι τέτοια που και το 40% του χρέους να μείνει πάλι θα υπάρχουν προβλήματα.

Η θλιβερή διαπίστωση είναι ότι η χώρα μας δεν παράγει τίποτα. Δεν φταίει τόσο το επίπεδο των μισθών και δεν είναι ότι δεν εργαζόμαστε αρκετά. Το πρόβλημα είναι πόσο παραγωγικοί είμαστε την ώρα που εργαζόμαστε και πόσο χρήσιμο είναι αυτό το οποίο παράγουμε εν γένει. Ακόμα πιο καίριο είναι το ερώτημα, που θέλουμε να δούμε τη χώρα μας μετά από 50, 60, 100 χρόνια; Πέρασαν 190 χρόνια από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους. Που θα βρίσκεται η Ελλάδα σε 190 χρόνια από τώρα; Που θέλουμε να πάμε το καράβι; Τι πρέπει να παράγουμε για να έχουμε ευημερία; Ποια οικονομική βάση πρέπει να έχουμε για να επιβιώσει η χώρα μας; Τι έχουν κάνει άλλες χώρες παρόμοιου μεγέθους με του δικού μας (Φινλανδία, Ισραήλ, Ταϊβάν) πρωτίστως για να επιβιώσουν και κατόπιν για να ευημερήσουν;

Η Ελλάδα έφτασε όπου έφτασε οικονομικά εξαιτίας ΚΑΙ δικών μας λανθασμένων χειρισμών. Η ταινία κλείνει δείχνοντας την εξέγερση του κόσμου στο Εκουαδόρ που έδιωξε τους κυβερνήτες που έδωσαν γη και ύδωρ στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Συγκροτήθηκε ανεξάρτητη επιτροπή λογιστικού έλεγχου του χρέους η οποία αποφάνθηκε ότι μόνο το 30% του χρέους θα έπρεπε να αποπληρωθεί. Ακόμα και αυτή η ενέργεια όμως απαιτεί το άτομο να βάλει το συμφέρον του συνόλου πάνω από το δικό του. Διότι μια εξέγερση δεν είναι ποτέ άνευ κόστους. Θλιβερή διαπίστωση αποτελεί ότι ο έλληνας δεν είναι σε καμιά περίπτωση διατεθειμένος να βάλει το ατομικό ή συντεχνιακό συμφέρον κάτω από το συνολικό συμφέρον. Εγώ δεν είδα καμιά διαμαρτυρία έξω από τη βίλλα του μακαρίτη του Παπανδρέου ενώ ακούγεται εντός της ταινίας η φωνή του να εξηγεί πως το χρέος θα βουλιάξει την Ελλάδα. Ναι αλλά ενώ γνώριζε το πρόβλημα τι έκανε για να το αποτρέψει; Η λαϊκή επιθυμία εκφράστηκε μέσα από το «δεν θα μας ρίξουν για ένα κωλόσπιτο» που είχε πει ο αείμνηστος Γιαννόπουλος. Δεν είδα κάποια διαμαρτυρία στις ΔΕΚΟ όπου τα έσοδα μισθοδοσίας είναι πολλαπλάσια των εσόδων. Κανείς από την ΑΔΕΔΥ δεν διαμαρτυρήθηκε πότε για όλα αυτά τα αίσχη που κατά καιρούς έχουν γίνει στο δημόσιο, είτε αυτά λέγονταν STAGE, είτε αργόμισθοι από την πίσω πόρτα του ΑΣΕΠ, είτε προκλητικές αποσπάσεις, είτε οποιαδήποτε από τις μυριάδες περιπτώσεις διαφθοράς.

Ακόμα και σήμερα να μας μηδένιζαν το χρέος, με τη νοοτροπία που έχουμε αποκτήσει, είναι σίγουρο ότι εντός 30 ετών θα βρισκόμασταν πάλι από εκεί που αρχίσαμε. Συχνά αναφέρεται ως παράδειγμα της ανωτερότητας μας ως λαόυ, το γεγονός ότι πολλοί συμπατριώτες μας διαπρέπουν στο εξωτερικό. Αυτό όμως έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι διαπρέπουν επειδή βρίσκονται εντός οργανωμένων κοινωνιών όπου υπάρχει στοιχειώδης σεβασμός στους θεσμούς και τους νόμους και όπου σε γενικές γραμμές ο πολίτης έχει σαφή δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αντί για υπερηφάνεια, θα έπρεπε να αισθανόμαστε ντροπή για το ότι η αφρόκρεμα της χώρας διαπρέπει στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα. Γιατί αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη ότι δε χειριζόμαστε σωστά τα του οίκου μας.      

4 Φεβ 2011

Δεν Πληρώνω, Δεν πληρώνω



Με αφορμή τη μεγάλη δημοσιότητα που έχει λάβει εσχάτως το κίνημα της γενικευμένης άρνησης πληρωμών για δημόσια αγαθά, είναι νομίζω σκόπιμο να αναφερθούν κάποιες αλήθειες σχετικά με αυτά. Το όλο πρόβλημα ξεκίνησε με τα διόδια των εθνικών οδών και έχει επεκταθεί στα μέσα μαζικής μεταφοράς αλλά και αλλού. Η όλη αυτή αναταραχή επιτείνεται από τη σύγχυση που επικρατεί σχετικά με τα δημόσια αγαθά, σχετικά με τα οποία κυριαρχεί η άποψη ότι είναι «δωρεάν». Παραφράζοντας γνωστό αξίωμα της οικονομικής επιστήμης, «δωρεάν» είναι μόνο το τυρί στη φάκα. Ας δούμε το γιατί:

Απλουστευμένα, δημόσια θεωρούνται τα αγαθά τα οποία είτε ο ιδιωτικός τομέας δεν δύναται να παράγει, είτε η παροχή τους από ιδιώτες δημιουργεί προβλήματα ως προς την πρόσβαση όλων των πολιτών σε αυτά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν αγαθά όπως η εθνική άμυνα και η δημόσια ασφάλεια (παρότι υπάρχουν ιδιωτικές εταιρείες παροχής ασφάλειας εν τούτοις το κράτος διατηρεί το μονοπώλιο στη νόμιμη χρήση βίας) όπου αφενός το κόστος που απαιτείται είναι δυσθεώρητο και άνευ κέρδους για τον ιδιώτη επενδυτή και αφετέρου, δεν είναι σκόπιμο από μεριάς του κράτους να εκχωρήσει την παραγωγή τους στους ιδιώτες. Για αυτά τα αγαθά, πληρώνουν όλοι οι πολίτες αναλογικά με την οικονομική δυνατότητα τους μέσω άμεσης και έμμεσης φορολογίας. Είναι θεμιτό, οι πολίτες να πληρώνουν γενικά για τα δημόσια αγαθά περισσότερο μέσω άμεσης φορολογίας και λιγότερο μέσω έμμεσης. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν αγαθά όπως η υγεία, η παιδεία, οι υποδομές, τα ταχυδρομεία και λοιπές παροχές κοινής ωφελείας. Εδώ το κράτος επιτρέπει την παροχή δημοσίων αγαθών και από ιδιώτες καθορίζοντας νομοθετικά το πλαίσιο λειτουργίας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ταυτόχρονα, φροντίζει για την ίση πρόσβαση στα αγαθά αυτά σε όλους τους πολίτες του, ανεξάρτητα των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Η δεύτερη αυτή κατηγορία περιλαμβάνει αγαθά η χρήση των οποίων πραγματοποιείται από μερίδα μόνο πολιτών και ως εκ τούτου θεωρείται άδικο να βαρύνει φορολογικά το σύνολο. Για δημόσια αγαθά όπως οι αυτοκινητόδρομοι, τα ταχυδρομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το κόστος χρήσης βαρύνει τον χρήστη. Εδώ έρχεται η συμβολή του κράτους όπου είτε φροντίζει να παρέχει το ίδιο υπηρεσίες στο κόστος (δηλαδή άνευ κέρδους) είτε επιδοτεί ιδιωτικές εταιρείες προκειμένου να παράσχουν στο καταναλωτικό κοινό δημόσια αγαθά μειωμένης τελικής τιμής. Γενικά για τα δημόσια αγαθά, ανά μονάδα, ισχύει η παρακάτω εξίσωση:

Τιμή χρήσης αγαθού = Κόστος Παραγωγής του Αγαθού – Κρατική Επιδότηση

Κάπου εδώ λοιπόν είναι που αρχίζουν οι παρανοήσεις σχετικά με τα δημόσια αγαθά. Στην Ελλάδα είναι βαθιά ριζωμένη η άποψη ότι δημόσιο αγαθό σημαίνει δωρεάν αγαθό (δηλαδή Τιμή Αγαθού = Κρατική Επιδότηση) και πραγματικά αυτή είναι μια αντίληψη πέρα για πέρα λάθος. Όταν δεν πληρώνεις διόδια στην Εγνατία Οδό, επιβαρύνεις το κόστος συντήρησης της στο κάτοικο των νησιών του Αιγαίου που ουδέποτε θα κάνουν χρήση της. Όταν δεν πληρώνεις εισιτήριο στα μέσα μαζικής μεταφοράς επιβαρύνεις φορολογικά τον κάτοικο της επαρχίας που δεν τα χρησιμοποιεί. Είναι πέρα για πέρα άδικη κοινωνικά συμπεριφορά να επιρρίπτεις το κόστος χρήσης ενός δημοσίου αγαθού σε κάποιον που δεν το χρησιμοποιεί.

Για να κάνουμε όμως και τον συνήγορο του διαβόλου, είναι απαράδεκτη και ανεύθυνη η στάση όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα, όπου συσσώρευσαν μέσω κακοδιαχείρισης και σπατάλης τεράστια ελλείμματα στους οργανισμούς διαχείρισης κοινής ωφελείας. Τα ελλείμματα στις αστικές μεταφορές δεν δημιουργήθηκαν λόγω χαμηλού κόμιστρου, αλλά επειδή συσσωρεύτηκαν μυθώδη ποσά χρέους λόγω υπέρογκου κόστους παραγωγής του μεταφορικού έργου. Έτσι όπως είναι δομημένα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, μόνο για να ισοσκελιστεί το κόστος μισθοδοσίας των οργανισμών αστικών συγκοινωνιών το κόμιστρο θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσιο ακόμα και του σημερινού. Όμως ο πολίτης δεν φταίει σε τίποτα να πληρώνει 2 € εισιτήριο λεωφορείου επειδή στην κάθε ΔΕΚΟ έχουν διορισθεί εκατοντάδες αργόμισθοι. Σε σχέση με την παραπάνω εξίσωση, όσο περισσότερο ανεβαίνει το κόστος παραγωγής ενός δημοσίου αγαθού, τόσο πρέπει να αυξάνεται και το ύψος της κρατικής επιδότησης προκειμένου το κόμιστρο να παραμένει σταθερό. Επιπλέον, όσο περισσότεροι δεν πληρώνουν το κόμιστρο, τόσο πρέπει να αυξάνει η κρατική επιδότηση επιβαρύνοντας ολοένα και περισσότερο πολίτες που δεν χρησιμοποιούν το αγαθό.

Τα προβλήματα σε σχέση με τα δημόσια ξεπήδησαν μέσω των αναθέσεων συμβάσεων κατασκευής μεγάλων δημοσίων έργων σε ιδιώτες, χωρίς τη συμμετοχή του κράτους με μετρητά. Αυτές οι συμπράξεις δημοσίου – ιδιωτικού τομέα είναι θεμιτές εφόσον είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένοι οι κανόνες του παιχνιδιού. Είναι αδιανόητο να επιβάλλεις διόδια σε ημιτελείς, παλαιούς, επικίνδυνους οδικούς άξονες πριν τους ολοκληρώσεις. Είναι αδιανόητο να μην φροντίζεις για τη διευκόλυνση στις μετακινήσεις γειτονικών περιοχών. Είναι αδιανόητο να κρύβεσαι πίσω από ιδιωτικές εταιρείες για την είσπραξη εσόδων του δημοσίου σε ποσοστό έως και 90% επί του κομίστρου.

Επιπρόσθετα, σε κατηγορίες δημοσίων αγαθών όπου παραγωγός του αγαθού είναι και το δημόσιο, η εγκληματική διαχείριση επί του παραγομένου αγαθού τόσο σε θέματα κόστους όσο και σε θέματα ποιότητας (με χαρακτηριστικά παραδείγματα εδώ υγεία και παιδεία) δημιουργούν το εξής εκπληκτικό: ο πολίτης αναγκάζεται να καταφύγει στον ιδιωτικό τομέα για να καλύψει τις ανάγκες του πληρώνοντας και το αντίστοιχο τίμημα, ενώ μέσω φορολογίας και κρατήσεων πληρώνει και για αγαθά τα οποία ξευτελίζονται συνεχώς και που είναι ελάχιστα ανταποδοτικά. Η Ελλάδα, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΑΣΑ (OECD: Organization for Economic Cooperation and Development, 34 χώρες μέλη) διαθέτει το 5,8% του ΑΕΠ της ως δημόσια δαπάνη για την υγεία και ένα 3,8% του ΑΕΠ ως ιδιωτική δαπάνη για την υγεία (http://stats.oecd.org/Index.aspx?QueryId=23072). Έχουμε κάτω του μέσου όρου δημόσιες δαπάνες για την υγεία η αποδοτικότητα των οποίων βαίνει μειούμενη, ενώ ταυτόχρονα η ποιότητα των παροχών υγείας φθίνει συνεχώς. Ταυτόχρονα οι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία αυξάνουν συνεχώς κατατάσσοντας μας πολύ πάνω του μέσου όρου και πλησίον του πρωταθλητή ιδιωτικών δαπανών υγείας, δηλαδή των Η.Π.Α. Η ίδια εικόνα ισχύει περίπου και για την παιδεία. Έτσι λοιπόν ο πολίτης μπορεί στα χαρτιά να απολαμβάνει δημόσια δωρεάν υγεία και δημόσια δωρεάν παιδεία αλλά ταυτόχρονα παρακολουθεί τη σπατάλη των φόρων του και την αφαίμαξη του πορτοφολιού του κάθε φορά που πληρώνει το φροντιστήριο ή που πηγαίνει σε μια ιδιωτική κλινική.

Λύσεις φυσικά και υπάρχουν και εφαρμόζονται με επιτυχία σε πλείστες χώρες ανά την υφήλιο. Κεντρικό συστατικό των εφαρμοζόμενων λύσεων είναι η ξεκάθαρη τοποθέτηση από μεριάς του κράτους, του ποσού της επιδότησης ανά δημόσιο αγαθό. Ξεκάθαρη και δημόσια τοποθέτηση ότι η τελική τιμή δημοσίων αγαθών διαμορφώνεται κατόπιν Χ ποσού δημόσιας επιδότησης του ανά μονάδα. Για παράδειγμα, σε ένα εισιτήριο αστικών συγκοινωνιών κόστους 1 € πρέπει να αναγράφεται ότι η τελική τιμή προκύπτει ως εξής:

Κόστος Μεταφοράς Επιβάτη: 1,40 €
Κρατική Επιδότηση Κόστους: 0,40 €
Τελική Τιμή Εισιτηρίου: 1 €

Είναι φυσικά αυτονόητο ότι το σύνολο των εσόδων από τα εισιτήρια και την κρατική επιχορήγηση πρέπει να ισοσκελίζεται με το σύνολο των δαπανών. Είναι αδιανόητο δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφελείας να παράγουν σκανδαλωδώς ελλείμματα κατά τον τρόπο που γινόταν αυτό στο παρελθόν. Η ίδια λύση έχει εφαρμοστεί με επιτυχία στον τομέα της παιδείας. Παραθέτω το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας. Η Νέα Ζηλανδία παρατήρησε στα μέσα της δεκαετίας του 80, ότι οι δαπάνες για την παιδεία συνεχώς αυξάνονταν χωρίς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα να βελτιώνεται, ενώ ταυτόχρονα η ιδιωτική δαπάνη για την παιδεία αύξανε εκθετικά. Η εργατική, σοσιαλιστική κυβέρνηση αποφάσισε τότε ένα ρηξικέλευθο μέτρο: τη χορήγηση επιδότησης ανά μαθητή στα σχολεία. Οι μαθητές δικαιούνταν ένα ποσό ανά έτος το οποίο μπορούσαν να διαθέσουν είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό σχολείο κατά βούληση. Στα μεν δημόσια σχολεία το ποσό της επιχορήγησης ήταν και το τελικό ποσό, στα δε ιδιωτικά σχολεία η επιχορήγηση αφαιρούταν από το ύψος των διδάκτρων. Ταυτόχρονα, δόθηκε στα σχολεία πλήρης ελευθερία στην πρόσληψη/απόλυση διδακτικού προσωπικού καθώς και στη διαμόρφωση του ύψους της αμοιβής τους και σχετική ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση του συμπληρωματικού διδακτικού υλικού (μαθήματα επιλογής, εξωσχολικές δραστηριότητες κ.α). Παρά τους φόβους για εντυπωσιακή αύξηση της φοίτησης στα ιδιωτικά σχολεία, τα αποτελέσματα κατέπληξαν τους πάντες: η φοίτηση στα ιδιωτικά σχολεία έπεσε από το 25% του μαθητικού πληθυσμού στο 13% με τάσεις διαρκής μείωσης. Τα δημόσια σχολεία ανταγωνίζονταν πιο θα προσελκύσει τους καλύτερους καθηγητές με αποτέλεσμα η ποιότητα της εκπαίδευσης διαρκώς να ανεβαίνει. Τα δημόσια σχολεία με καλή φήμη (όπως παλαιότερα τα πρότυπα/πειραματικά στην Ελλάδα) αναγκάζονται να πραγματοποιούν κληρώσεις για να δεχθούν τους μαθητές λόγω έντονης ζήτησης. Η παραγωγικότητα της δημόσιας δαπάνης για την παιδεία διπλασιάστηκε μέσα σε 10 χρόνια ενώ και η απόδοση των μαθητών σε τεστ δεξιοτήτων και γνώσεων αυξήθηκε σημαντικά. Το εντυπωσιακότερο όμως όλων, είναι ότι μειώθηκε η ψαλίδα ανάμεσα στο 10% των καλύτερων μαθητών και στο 10% των χειρότερων μαθητών, πράγμα που σημαίνει ότι βελτιώθηκε συνολικά η ποιότητα της παιδείας και δεν δημιουργήθηκαν μερικές νησίδες παραγωγής ελίτ.

Αλλά και στην υγεία, χώρες με εξαιρετικά ανεπτυγμένα συστήματα δημόσιας υγείας όπως η Γαλλία, ο Καναδάς και η Σουηδία φροντίζουν να κοστολογούν με σαφήνεια την παροχή υπηρεσιών υγείας, δίνοντας έμφαση στην παραγωγικότητα των δαπανών, στην αξιολόγηση των παρεχομένων υπηρεσιών και στη συνεχή εκπαίδευση και αξιολόγηση του προσωπικού, αμείβοντας περισσότερο τους άριστους. Δίνεται έντονη έμφαση στην παροχή υπηρεσιών υγείας πρωτοβάθμιου επιπέδου καθώς και στην προληπτική ιατρική (ετήσιες εξετάσεις, παροχή συμβουλών υγείας κλπ.) πετυχαίνοντας τη βελτίωση της γενικής υγείας του πληθυσμού και την αφοσίωση των νοσοκομειακών μονάδων στα πραγματικά σοβαρά περιστατικά υγείας. Στο NHS της Μεγάλης Βρετανίας δίδεται επιμίσθιο στους ιατρούς οι οποίοι πείθουν τους περισσότερους ασθενείς τους να κόψουν το κάπνισμα. Αντίστοιχη αμοιβή δίδεται εφόσον ικανοποιητικός αριθμός ασθενών βελτιώσει σημαντικούς δείκτες υγείας όπως επίπεδα χοληστερίνης, σακχάρου κλπ. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών γίνεται με ένα χαμηλό κόμιστρο, ενώ για ειδικές ομάδες πληθυσμού (άνεργοι, χαμηλά εισοδηματικά στρώματα) δεν υφίσταται καθόλου. Σε αντίθεση, στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρωτοβάθμια παροχή υγείας και όπου αυτή υφίσταται είναι κάκιστης ποιότητας και μη ανταποκρινόμενη στις υπέρογκες κρατήσεις (π.χ. παροχή υπηρεσιών υγείας από το ΙΚΑ). Τα νοσοκομεία κυριολεκτικά βουλιάζουν σε κάθε εφημερία όπου στοιβάζονται απλοί πονοκέφαλοι μαζί με θανάσιμα περιστατικά. Η περίπτωση του νοσοκομείου Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη είναι χαρακτηριστική: στις εφημερίες του νοσοκομείου συρρέουν περίπου 1500 περιστατικά σε κάθε εφημερία φέρνοντας το σύστημα στα όρια του. Ο λόγος: το νοσοκομείο έχει πολύ καλή φήμη και έτσι μη επείγοντα περιστατικά περιμένουν πότε θα εφημερεύσει για να προσέλθουν (http://www.makthes.gr/news/reportage/68913/). Η πλήρης απουσία πρωτοβάθμιων/προληπτικών υπηρεσιών υγείας αναγκάζει τον κόσμο να κατακλύζει ένα καλό νοσοκομείο. Όσο όμως αυξάνει ο κόσμος τόσο περισσότερη πίεση ασκείται με αποτέλεσμα τελικά την κατάρρευση. Η λύση και εδώ απλή: Χορήγηση από κάθε πάροχο υγείας (ασφαλιστικά ταμεία) ενός ετήσιου ποσού πρωτοβάθμιας/προληπτικής ιατρικής δαπάνης, έστω 1000 € ανά ασφαλισμένο, των οποίων μπορεί να κάνει χρήση οπουδήποτε (ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία και ιατρεία). Το ποσό αυτό δεν απαιτεί ούτε έλεγχο, ούτε έγκριση από το ταμείο. Ο ασφαλισμένος επιλέγει τον πάροχο υπηρεσιών υγείας και αναλόγως ξοδεύει τα χρήματα του. Θα πρέπει να επιτραπεί στα κρατικά νοσοκομεία να διαμορφώσουν ελεύθερα το κόμιστρο εισόδου ως εξής:

  • Προσέλευση σε ώρες αιχμής/εφημερίας: 10€
  • Προσέλευση σε ώρες χαμηλής ζήτησης: 5 €
  • Μακροχρόνια ασθενείς, ευπαθείς ομάδες, άνεργοι: δωρεάν
  • Εξέταση κατά προτεραιότητα: + 10 €
  • Επιπρόσθετο κόμιστρο βάση αξιολόγησης του νοσοκομείου: + 10% για το καλύτερο κ.ο.κ

Εννοείται φυσικά ότι για σοβαρά περιστατικά θα υπάρχει πλήρης κάλυψη από τον ασφαλιστικό φορέα και σε περίπτωση ευπαθών ομάδων από το κράτος.

Εν κατακλείδι, τα δημόσια αγαθά δεν είναι δωρεάν. Έχουν κόστος παραγωγής όπως όλα τα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες και το δέον είναι μέρος αυτού του κόστους να πληρώνεται από τον τελικό χρήστη. Η σωστή κοστολόγηση τους, η αποδοτικότητα της δημόσιας δαπάνης και η ξεκάθαρη πληροφόρηση του κοινού σχετικά με το ύψος της κρατικής επιδότησης αλλά και το κόστος, είναι θεμελιώδη συστατικά για την εύρυθμη λειτουργία τους. Τα εύπεπτα συνθήματα και οι άναρθρες κραυγές απλά επιτρέπουν στους κυβερνώντες να αποσείουν με ευκολία τις τεράστιες ευθύνες τους ως προς την απαξίωση της δημόσιας δαπάνης και των δημοσίων αγαθών. Την επόμενη φορά που δεν θα ακυρώσετε εισιτήριο στο λεωφορείο ή που δεν θα πληρώσετε τα 3 – 5 € στο δημόσιο νοσοκομείο, σκεφτείτε ότι βάζετε το χέρι σας στην τσέπη του συμπολίτη σας. Σας αρέσει να κλέβετε τους άλλους και να ζείτε εις βάρους τους;