Αμέσως
μετά την στρατικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, το ναζιστικό καθεστώς της
Γερμανίας θέτει σε εφαρμογή το επόμενο σχέδιο του που δεν είναι άλλο από την
υλοποίηση του οράματος της «Μεγάλης
Γερμανίας». Το σχέδιο αυτό δεν είναι καινοφανές και υφίσταται ήδη από την
εποχή των εθνικών επαναστάσεων στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο Αδόλφος
Χίτλερ δίνει μια νέα «πνοή» στο σχέδιο αυτό απαιτώντας οι απανταχού
γερμανόφωνοι ανά την Ευρώπη να ενσωματωθούν εδαφικά με την «μητέρα» Γερμανία[1].
Ήδη, τον Μάρτιο του 1938, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια σφαίρα, η Γερμανία
επιτυγχάνει την προσάρτηση της Αυστρίας. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, με
αφορμή τους γερμανόφωνους πληθυσμούς του Sudetenland[2], η
Γερμανία εξαπολύει κλεφτοπόλεμο και εκτεταμένες προπαγανδιστικές επιχειρήσεις
κατά της Τσεχοσλοβακίας απειλώντας ανοιχτά με πλήρη πολεμική σύγκρουση σε
περίπτωση όπου δεν γίνουν δεκτά τα αιτήματα της. Αυτά δεν είναι άλλα από την
προσάρτηση στην Γερμανία της περιοχής Sudetenland. Η
Τσεχοσλοβακία, αποτελεί στρατιωτικό σύμμαχο της Γαλλίας[3],
αλλά οι Δυτικές Δημοκρατίες (Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία), υπό τις τότε ηγεσίες
τους, δεν είναι πρόθυμες να πάνε σε γενικευμένο πόλεμο με την Γερμανία
προκειμένου να διασφαλίσουν την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Ο
εφιάλτης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ακόμα νωπός στις μνήμες των πολιτών
και οι τότε ηγεσίες των χωρών αυτών (Neville
Chamberlain και Edouard Daladier) θέλουν με κάθε τρόπο να
αποφύγουν μια νέα «χαμένη γενιά». Στις 29 με 30 Σεπτεμβρίου του 1938,
υπογράφεται η περιβόητη συμφωνία του Μονάχου όπου Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία,
Γερμανία και Ιταλία συμφωνούν στην παραχώρηση του Sudetenland στην
Γερμανία με αντάλλαγμα την διασφάλιση της ευρωπαϊκής ειρήνης[4].
Η συνέχεια, λίγο ως πολύ γνωστή, αφού έως την άνοιξη του 1939 είχε ολοκληρωθεί
ο τεμαχισμός και η κατοχή ολόκληρης της τότε Τσεχοσλοβακίας από την Γερμανία.
Η
συμφωνία του Μονάχου έχει μείνει γνωστή στην ιστορία ως το κλασσικό παράδειγμα
όπου η προσπάθεια κατευνασμού του επιτιθέμενου οδηγεί απλώς στην αύξηση της
επιθετικότητας του αφού διαισθάνεται την αδυναμία της άλλης πλευράς. Ερχόμενοι
λοιπόν στο σήμερα θα εξετάσουμε αν η Ουκρανία είναι η νέα Τσεχοσλοβακία του
1938. Υπάρχουν ομοιότητες αλλά και διαφορές τις οποίες θα επιχειρήσουμε να
αναλύσουμε. Κατ’ αρχήν, τόσο η μεσοπολεμική Τσεχοσλοβακία όσο και η
μετασοβιετική Ουκρανία ήταν και είναι τεχνητά κράτη – μορφώματα. Η μεν
Τσεχοσλοβακία αποτελούσε μια τεχνητή συνένωση πρώην επαρχιών της
Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας η οποία εντός των εδαφών της εμπεριείχε Τσέχους,
Σλοβάκους, Πολωνούς και Γερμανούς. Εμπεριείχε δηλαδή πληθυσμούς οι οποίοι δεν
επιθυμούσαν να συγκατοικήσουν μαζί. Η δε Ουκρανία, αποτελεί επίσης μια συνένωση
πρώην εδαφών της Αυστροουγγαρίας (επαρχία της Γαλικίας), του παλαιού βασιλείου
της Πολωνίας[5]
καθώς και εδαφών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο πληθυσμός της αποτελεί ένα μείγμα
από Πολωνούς, Ρουθένους, Ουκρανούς, Τατάρους και Ρώσους. Η χώρα είναι χωρισμένη
σε έναν άξονα ανατολής – δύσης, όπου στην ανατολή επικρατούν οι ρωσόφωνοι και
οι ορθόδοξοι ενώ δυτικά επικρατούν οι ουκρανοί και οι καθολικοί. Το δυτικό
κομμάτι της χώρας θεωρεί εαυτόν ότι ανήκει στην κεντρική Ευρώπη ενώ το
Ανατολικό κομμάτι βρίσκεται πιο κοντά στη Ρωσία[6].
Και για τις δύο χώρες, οι δυτικές δημοκρατίες υποσχέθηκαν άμεσα ή έμμεσα
εγγυήσεις ασφαλείας αλλά στο δια ταύτα, καμιά χώρα δεν θέλησε να εναντιωθεί
δυναμικά στον εισβολέα. Μέσα από αυτόν τον παραλληλισμό, Ουκρανίας του σήμερα
και Τσεχοσλοβακίας του 1938, θα εξετάσουμε τα ζητήματα ασφαλείας του σήμερα
τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και στο επίπεδο της χώρας.
Είναι
σαφές ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες πιάστηκαν, κατά κοινή ομολογία, στον «ύπνο» από
την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία παρότι οι προειδοποιητικές βολές είχαν ήδη
ριφθεί κατά την αναίμακτη, de
facto προσάρτηση
της Κριμαίας το 2014. Και πιάστηκαν απροετοίμαστες για δύο κυρίως λόγους.
Πρώτον, διότι για δεκαετίες βάσισαν την πολιτική ασφαλείας τους στον
αμερικανικό παράγοντα. Αυτό που ο πρόεδρος Trump άκομψα αναφέρει ως «ήρθε
οι ώρα οι Ευρωπαίοι να πληρώσουν για την ασφάλεια τους» είναι, εν τέλει, μια
αλήθεια. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες, θεωρώντας την λήξη του Ψυχρού Πολέμου ως «το
τέλος της ιστορίας» περιόρισαν δραστικά τις αμυντικές δαπάνες τους και
περιέκοψαν τα μεγέθη των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Επέλεξαν δηλαδή, να βασιστούν
στην σκληρή ισχύ των ΗΠΑ για την εγγύηση της δικής τους επιβίωσης. Το δεύτερο
σφάλμα των ευρωπαίων ήταν ότι πίστεψαν υπερβολικά στην ισχύ της «παγκοσμιοποίησης»
και στον «θάνατο» του παραδοσιακού έθνους – κράτους[7].
Η τεχνολογία έχει εκμηδενίσει τις παγκόσμιες αποστάσεις και έχει καταστήσει
αναγκαία την αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις με
την Ρωσία, πίστευαν οι ευρωπαίοι ηγέτες, πέραν των προφανών οικονομικών κερδών
και για τα δύο μέρη[8],
θα αποτελούσε παράγοντα χαλιναγώγησης του παραδοσιακού ρωσικού επεκτατισμού.
Πράγματι,
η οργάνωση της παραγωγικής οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο μεταφράζεται σε μια
κατάσταση σύνθετης αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών που όμοια της δεν έχει
υπάρξει ποτέ στο παρελθόν στην ανθρώπινη ιστορία. Πλην όμως, η πρόσφατη ρωσική
εισβολή στην Ουκρανία έδειξε ότι, όταν το κράτος θέλει, κόβει τις σχέσεις αλληλεξάρτησης
με οποιοδήποτε κόστος. Οι εμπορικές σχέσεις ιστορικά έχουν χρησιμοποιηθεί από
τα κράτη ως μοχλός ισχύος. Όταν όμως σε μια εμπορική σχέση μεταξύ κρατών η σκληρή
ισχύς της μιας πλευράς βρίσκεται σε αποδρομή, τότε η άλλη πλευρά δεν θα διστάσει
να εκμεταλλευτεί αυτήν την αδυναμία όσο προσοδοφόρα και αν είναι η εμπορική
σχέση για τις δύο πλευρές. Οι χώρες της Ευρώπης, σύρθηκαν ήδη από την πρώτη
δεκαετία του 21ου αιώνα σε μια επέκταση των οικονομικών και
στρατιωτικών μηχανισμών τους (ΕΕ και ΝΑΤΟ) κινούμενες σε ζωτικούς χώρους της Ρωσίας.
Τότε, το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τα τεκταινόμενα στην Ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν ζωηρό
και τροφοδοτούσε την συνεχή εξάπλωση προς Ανατολάς. Η άνοδος όμως της Κίνας ως
ανταγωνιστή των Η.Π.Α. στο ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα μετατόπισε το
ενδιαφέρον τους από την Ευρώπη στην Ασία. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν την δυνατότητα
να συντηρούν ανοιχτά μέτωπα σε πολλές γεωγραφικές περιοχές και για αυτόν το
λόγο επικεντρώνουν πλέον την προσοχή τους στην Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό, αφήνοντας
κενό εξουσίας κυρίως στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή. Οι Ευρωπαϊκές χώρες, εμπλεκόμενες
στην «πορτοκαλί» επανάσταση της Ουκρανίας ήδη από το 2013, εισήλθαν σε έναν χώρο
τον οποίο η Ρωσία θεωρεί ζωτικό για την ύπαρξη της. Εισήλθαν όμως σε αυτό τον
χώρο βασιζόμενες στην σκληρή ισχύ των ΗΠΑ δίχως να έχουν οι ίδιες τα
απαιτούμενα μέσα σκληρής ισχύος για να παρέχουν εγγυήσεις ασφαλείας στις χώρες
όπου επενέβησαν. Η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 θα έπρεπε να είχε αποτελέσει
ένα ηχηρό μήνυμα αφύπνισης για τις χώρες τις Ευρώπης αλλά κάτι τέτοιο δεν
συνέβη.
Σήμερα, η
Ευρώπη βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά δύσκολο σημείο. Η επικράτηση του απομονωτιστή
Trump απλώς
επιβεβαίωσε, αφενός την μετατόπιση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ προς την Ασία και
αφετέρου την διάθεση απεμπλοκής τους από το ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα με
το αζημίωτο. Η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει, όχι μόνο το κόστος της δικής της ασφάλεια
αλλά θα πρέπει να αναπτύξει και την, σε καχεκτικό επίπεδο σήμερα, ικανότητα της
να προβάλει σκληρή ισχύ προς τα έξω. Αν ανοιχτά επιδιώξει τον κατευνασμό της ρωσικής
επιθετικότητας από ανίσχυρη θέση, τότε απλά ανοίγει την όρεξη του επιτιθέμενου
για νέες επεκτάσεις. Όπως ανέφερα και νωρίτερα, η γερμανική προπολεμική
επιθετικότητα ξεκίνησε με την επαναστρατικοποίησης της Ρηνανίας το 1936,
ακολούθησε η προσάρτηση της Αυστρίας το 1938, η προσάρτηση του Sudetenland το 1938, η
διάλυση και ο τεμαχισμός της Τσεχοσλοβακίας το 1939, η προσάρτηση του θύλακα
του Memel
το
1939, για να ακολουθήσει η εισβολή στην Πολωνία και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.
Πριν την κήρυξη του, οι τότε δυτικές δημοκρατίες προσπαθούσαν μάταια και από
ανίσχυρη θέση να κατευνάσουν τις γερμανικές επιδιώξεις. Από την άλλη πλευρά, η
Ευρώπη από μόνη της δεν διαθέτει ούτε τα μέσα ούτε την θέληση για να αποτρέψει
μια ουκρανική κατάρρευση. Δεν υπάρχει καλό σενάριο εξόδου από την ουκρανική κρίση
για την Ευρώπη. Αν αποδεχτεί τα ρωσικά εδαφικά κεκτημένα κινδυνεύει να εισέλθει
σε ένα σπιράλ κατευνασμού του επιτιθέμενου από δυσχερή θέση. Αν επιμείνει να
στηρίξει την Ουκρανία, τότε το καλύτερο δυνατό σενάριο είναι μια πολεμική
τελμάτωση στα μέτωπα και η δημιουργία ενός τεράστιου αποτυχημένου κράτους (failed state) στα ανατολικά σύνορα της. Το χειρότερο
σενάριο είναι η ολοκληρωτική κατάρρευση της Ουκρανίας, η μετατροπή της σε ένα
κράτος – δορυφόρο της Ρωσίας στο πρότυπο της Λευκορωσίας, η παγίωση των ψυχροπολεμικών
σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης και η διαρκής ανησυχία ενός μελλοντικού
χτυπήματος (π.χ. σε χώρες της Βαλτικής). Εν τω μεταξύ η Ευρώπη έχει απωλέσει την
φθηνή ρωσική ενέργεια και τις πρώτες ύλες, έχει απωλέσει μια μεγάλη αγορά για
τα προϊόντα της και τις επενδύσεις της, ενώ έχει μετατρέψει τη Ρωσία σε ανοιχτά
εχθρικό κράτος, ελεύθερο να προβεί σε διασπαστικές κινήσεις εντός της (βλέπε
Ουγγαρία και Σλοβακία). Η υπερεθνική δομή της (Ευρωπαϊκή Ένωση) η οποία είναι
παραλυτικά αργή στη λήψη αποφάσεων, την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικές
παρεμβάσεις (τόσο η Ρωσία όσο εσχάτως και οι ΗΠΑ παρενέβησαν άμεσα ή έμμεσα σε κρίσιμες
εκλογικές διαδικασίες) και έκθετη σε εξωτερικές πιέσεις τύπου «διαίρει και
βασίλευε».
Σε ότι
αφορά την Ελλάδα η διεθνής συγκυρία, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζει ευκαιρίες,
κάθε άλλο παρά ανέφελη είναι. Είναι θετικό το γεγονός ότι η Ευρώπη, έστω και
αργά, αποδέχθηκε την ανάγκη πραγματοποίησης ικανού ύψους στρατιωτικών δαπανών, πράγμα
το είναι θετικό για τη χώρα μας για δύο λόγους. Αφενός προσφέρει κατανόηση ως προς
τα δημόσια οικονομικά της χώρας μας σε ότι έχει να κάνει με τις αμυντικές
δαπάνες και αφετέρου, προσφέρει ευκαιρίες για μελλοντικές αγορές ευρωπαϊκού
αμυντικού υλικού μέσα από κοινές δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν όμως και
πολύ μεγάλοι κίνδυνοι στον ορίζοντα. Η τυχόν υπογραφή μιας συμφωνίας τύπου
Μονάχου ως προς την Ουκρανία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη χώρα μας γιατί
νομιμοποιεί και καθιστά ελκυστική επί της ουσίας την πρακτική της εισβολής και
κατοχής εδάφους ξένης χώρας. Πέραν αυτού, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεχθεί κάποιο
ανεπανόρθωτο πλήγμα στο μέλλον[9],
τυχόν εξασθένιση ή χειρότερα διάλυση της, θα αποτελούσε καταστροφή για τη χώρα μας.
Δυστυχώς, μέσα από την συνεχή αδιαφορία που διαχρονικά έχουν επιδείξει οι κυβερνήσεις
της χώρας μας ως προς τους συντελεστές ισχύος της, η διαρκής πτώση της παραγωγικότητας,
ο διαρκώς φθίνων και γηράσκων πληθυσμός της και η ολική εξάρτηση της οικονομίας
μας από την κατανάλωση και τις υπηρεσίες (π.χ. τουρισμός), έχουν καταστήσει την
Ελλάδα εξαρτημένη, τρόπον τινά, από τις εισροές κονδυλίων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Η πρόσφατη ενεργειακή και εν συνεχεία πληθωριστική κρίση εξ αιτίας της σύρραξης
στην Ουκρανία, ανέδειξε με ξεκάθαρο τρόπο το πόσο επικίνδυνες είναι για ένα
κράτος οι μονόπλευρες εξαρτήσεις. Η μοναδική διέξοδος της Ελλάδος μέσα σε ένα ρευστό
και διαρκώς μεταβαλλόμενο πολύ-πολικό περιβάλλον συνίσταται στην υιοθέτηση
πολιτικών πολλαπλασιασμού της ισχύος της (τεχνολογία) και την εκάστοτε
σύμπλευση της με πόλους ισχύος τα συμφέροντα των οποίων συμπλέουν με αυτά της χώρας
μας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα για να επιβιώσει στην επικίνδυνη γειτονία στην
οποία ζει θα πρέπει να αντιγράψει όλα όσα έχει κάνει και κάνει το Ισραήλ
διαχρονικά για να επιβιώνει (small
state survival). Στις διεθνείς σχέσεις δεν υφίσταται
η έννοια του καλού ή του κακού ούτε υπάρχει η έννοια της διαπροσωπικής ηθικής.
Υπάρχουν συμφέροντα και το υπέρτατο συμφέρον του κάθε κράτους είναι η επιβίωση
του.
[1]
Ιδεολογικά αυτό εκφραζόταν από τις
θεωρίες “Heim ins Reich” (όλοι οι Γερμανοί στην μητέρα Γερμανία) και “Lebensraum” (ζωτικός χώρος για τους Γερμανούς και την
Γερμανία)
[2]
Συνοριακή μεσοπολεμική (1919 – 1939)
επαρχία της τότε Τσεχοσλοβακίας με την τότε Γερμανία. Απαρτίζονταν από περίπου
τρία εκατομμύρια Γερμανούς και γερμανόφωνους κατοίκους οι οποίοι κατοικούσαν
στην περιοχή από τον Μεσαίωνα. Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου,
βρέθηκαν υπό το νεόκοπο κράτος της Τσεχοσλοβακίας ενώ προηγουμένως ανήκαν στην
αυτοκρατορία της Αυστροουγγαρίας.
[3]
Η Γαλλία κατά την διάρκεια του
μεσοπολέμου είχε συμμαχία με αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σε μια
προσπάθεια περικύκλωσης της Γερμανίας και άλλων αναθεωρητικών δυνάμεων. Η
συμμαχία αυτή ονομαζόταν “Little Entente” ως
μια προσπάθεια παραλληλισμού με την Entente
(Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία,
Ρωσική Αυτοκρατορία) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου
[4]
Ο τότε πρωθυπουργός του Ηνωμένου
Βασιλείου Neville Chamberlain είχε
αναφωνήσει κραδαίνοντας το υπογεγραμμένο έγγραφο της συμφωνίας: “Peace in our time”.
[5]
Τεμαχίστηκε ανάμεσα στην Πρωσία, την Ρωσία
και την Αυστρία από το 1772 έως το 1795
[6]
Για περισσότερα σχετικά με την
Ουκρανία, βλέπε σχετικά κείμενα μου: «Το Ουκρανικό Ζήτημα»
(04/03/2014) και “Ukrainian Vortex” (27/02/2022)
[7]
Προφητικά ο Holsti
Kalevi είχε προβλέψει ήδη από το 1985 πως το κράτος και οι διεθνείς
σχέσεις πάντοτε θα υπάρχουν ακριβώς διότι αυτή είναι η φύση του διεθνούς
συστήματος. Για περισσότερα δες Holsti, K. J. “The Necrologists of International
Relations.” Canadian Journal of Political Science / Revue Canadienne de
Science Politique, vol. 18, no. 4, 1985, pp. 675–95. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/3228058. Accessed 31
Mar. 2025
[8]
Ανεξάντλητη φθηνή και καθαρή ενέργεια
μέσω του ρωσικού φυσικού αερίου για την Ευρώπη, πλούσιος και κοντινός αγοραστής
των ρωσικών πρώτων υλών η Ευρώπη για την Ρωσία
[9]
Στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές,
παρά την εξόφθαλμη και συχνά μη φιλική στήριξη των ευρο-σκεπτικιστικών
ακροδεξιών κομμάτων από παράγοντες εντός ή πέριξ της αμερικανικής κυβέρνησης,
απεφέχθει την ύστατη στιγμή κάποια αρνητική εξέλιξη.