21 Μαΐ 2014

Περί Ελληνικού Κράτους και Κοινωνίας

Σε προηγούμενη επισήμανση μου είχα καταδείξει τις ιστορικές ομοιότητες ανάμεσα στη Γερμανία του μεσοπολέμου και τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα θα επιχειρήσω να προσεγγίσω τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού φαινομένου.

Η ελληνική κοινωνία είναι, κατά βάθος, βαθύτατα συντηρητική και αποστρέφεται τις εξελικτικές διαδικασίες. Απουσιάζει η αστική τάξη τουλάχιστον με την έννοια που αυτή αναπτύχθηκε στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο. Η ελληνική κοινωνία είναι ανώριμη να διαχειριστεί μια σύγχρονη αστικού τύπου δημοκρατία και αυτό γιατί δεν έχει μετέρθει των απαραίτητων μετασχηματισμών που προκάλεσε η βιομηχανική επανάσταση στη Δύση. Και εξηγούμαι: στην Ευρώπη, οι φεουδαρχικές κοινωνίες που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα είχαν, σε γενικές γραμμές, τρεις τάξεις. Τους φεουδάρχες ευγενείς, τους εργάτες ακτήμονες οι οποίοι δούλευαν τη γη και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους ευγενείς και τέλος, τις συντεχνίες οι οποίες προσέφεραν υπηρεσίες μετασχηματισμού της παραγωγής και συσσώρευσης της γνώσης. Από την εποχή της αναγέννησης και έπειτα, η αύξηση της συσσωρευμένης γνώσης, η ισχυροποίηση των δομών του εθνικού κράτους και η φθίνουσα αξία των ευγενών ως πάροχοι στρατιωτικών υπηρεσιών, οδήγησε στη δημιουργία μιας τάξης αστών, οι οποίοι ενώ παρήγαγαν πλούτο δε συμμετείχαν στη λήψη των αποφάσεων. Η γαλλική επανάσταση ανέδειξε αυτή την ανισορροπία με βίαιο τρόπο. Η βιομηχανική επανάσταση αντικατέστησε τους φεουδάρχες κατόχους γης με βιομήχανους αστούς κάτοχους κεφαλαίου. Οι ακτήμονες της γης μετατράπηκαν σε βιομηχανικούς εργάτες ενώ οι συντεχνίες απώλεσαν σταδιακά τη δύναμη τους μέσα από την αυξανόμενη πρόσβαση του πληθυσμού σε μη εκκλησιαστικές δομές παιδείας. Η επιτυχία της βιομηχανικής επανάστασης και ο μετασχηματισμός της κοινωνίας στη δύση πραγματοποιήθηκε ακριβώς λόγω της προϋπάρχουσας φεουδαρχικής δομής. Τα μεγάλα λατιφούντια μετατράπηκαν σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και κάτι τέτοιο θεωρήθηκε λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Το άτομο έμαθε να λειτουργεί με τη λογική ότι το δικό του το όφελος μεγιστοποιείται πρωτίστως μέσα από τη μεγιστοποίηση του οφέλους του συνόλου. Έτσι μπόρεσαν και κινητοποιήθηκαν μεγάλα κεφάλαια και μεγάλες ιδιοκτησίες οι οποίες οδήγησαν στο παραγωγικό πλεονέκτημα της δύσης έναντι του υπολοίπου κόσμου, ένα πλεονέκτημα το οποίο εξακολουθούμε ακόμα και σήμερα να απολαμβάνουμε.

Στον ελλαδικό χώρο δεν υπήρξαν ποτέ τέτοιοι μετασχηματισμοί. Η Οθωμανικού τύπου φεουδαρχία στηριζόταν στην εκχώρηση κατακτημένων περιοχών σε στρατιωτικούς ευγενείς οι οποίοι, αφού απέδιδαν κάποιο ποσό στην υψηλή πύλη, μετά λειτουργούσαν κατά κανόνα ληστρικά στις περιοχές της δικαιοδοσίας τους. Η Οθωμανική διοίκηση βασίστηκε στην παραχώρηση μίκρο-προνομίων σε τοπικούς προύχοντες (κοτζαμπάσηδες, δημογέροντες, αρματολίκια κλπ) οι οποίοι φρόντιζαν για την τήρηση της τάξης με το αζημίωτο. Επίσης, από την άλωση ακόμα της Πόλης, η οθωμανική διοίκηση αναγνώρισε την εξουσία και τα προνόμια του πατριαρχείου και μέσω αυτού ενθάρρυνε την καλλιέργεια μιας αντί-δυτικής συνείδησης (προτιμότερο το σαρίκι του σουλτάνου από την καλύπτρα του καρδιναλίου). Ο τοπικός πληθυσμός προκειμένου να αποφύγει την ακανόνιστη και συχνά ληστρική συμπεριφορά των τοπικών φεουδαρχών εξωθήθηκε σε περιοχές φτωχές καλλιεργητικά όπου κυριάρχησε η μικροιδιοκτησία και η καλλιέργεια επιβίωσης. Στη συνείδηση του ελληνικού πληθυσμού χαράχθηκε η καχυποψία για την κεντρική εξουσία τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Προκείμενου να γλυτώσει από τον φοροεισπράκτορα έγινε ειδικός στην ατομική επιβίωση και την περιφρούρηση της μικροιδιοκτησίας του. Ήταν πολύ ευκολότερη η επιβίωση σε ατομικό επίπεδο από ότι σε ομαδικό. Παράλληλα και ίσως εξαιτίας όλων των παραπάνω, άνθησαν οι συντεχνίες οι οποίες, λόγω του ότι ήταν απαραίτητες για την οθωμανική οικονομία, συχνά εξασφάλιζαν μονοπωλιακά προνόμια.

Η απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό και η θεμελίωση του νεοελληνικού κράτους δεν επέφερε σημαντικές αλλαγές ούτε τους απαραίτητους μετασχηματισμούς ωρίμανσης της κοινωνίας. Οι πολίτες παρέμειναν εξαιρετικά καχύποπτοι έναντι της κεντρικής εξουσίας, ενώ οι τοπικοί άρχοντες ανθίσταντο στην εκχώρηση εξουσίας στο κράτος. Αντίθετα με ότι επεδίωξε ο Καποδίστριας, η οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας δεν επιδιώχθηκε ενώ ουδέποτε διασυνδέθηκε η παιδεία με την παραγωγική διαδικασία της χώρας (είναι τραγική ειρωνεία της ιστορίας ότι το πανεπιστήμιο Αθηνών ονομάστηκε Καποδιστριακό όταν οι αντίπαλοι του τον κατηγορούσαν ως «φωτοσβέστη» επειδή δεν ήταν, ορθώς, στις προτεραιότητες του Καποδίστρια η ίδρυση πανεπιστημίου). Η κρατική δομή διεκδικήθηκε από όλους ως λάφυρο από το οποίο όλοι ήθελαν να σιτίζονται εις βάρος κάποιων άλλων. Η επανάσταση του 1843 εν πολλοίς έγινε διότι η βαυαρική διοίκηση είχε αποκλείσει μεγάλο μέρος της εγχώριας αριστοκρατίας από τη νομή της εξουσίας.

Κάπως έτσι πορεύθηκε το νεοελληνικό κράτος από ιδρύσεως του. Με πολίτες απαίδευτους, ανίκανους να λειτουργήσουν ως μέρος ενός συνόλου και όχι ως μονάδες. Με πολίτες καχύποπτους έναντι της κεντρικής εξουσίας την οποία κοιτούσαν να εξαπατήσουν με την πρώτη ευκαιρία. Αλλά και με μια κεντρική εξουσία η οποία ουδέποτε λειτούργησε αμερόληπτα υπέρ του συνόλου και πάντα λειτουργούσε με τη λογική του Οθωμανού φοροεισπράκτορα: όποιον πετύχω μπροστά μου αδύναμο να μου αντισταθεί τον τσακίζω στους φόρους και παίρνω όσα μου λείπουν. Πάντα πορευθήκαμε με αναλαμπές και πάντα αναζητούσαμε τους σωτήρες στο πρόσωπο ενός πεφωτισμένου ηγέτη τον οποίο όμως φθονούσαμε και προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να κάνουμε στην άκρη. Ηγέτες όπως ο Καποδίστριας, ο Τρικούπης και ο Βενιζέλος πολεμήθηκαν αδυσώπητα από την αδράνεια ενός συστήματος που δεν έχει μάθει να εξελίσσεται. Αλλά και οι πολίτες, όντας απαίδευτοι (και με το απαίδευτος δεν εννοώ την έλλειψη πτυχίων ή τυπικών γνώσεων, αλλά την έλλειψη κριτικής σκέψης και ορθολογισμού) αποτελούσαν και αποτελούν εύκολο στόχο για τις σειρήνες της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Σε τι αλήθεια διαφέρει ο Δηλιγιάννης του 19ου αιώνα από τους πολιτικούς του σήμερα; Από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους η κρατούσα λογική ήταν ότι όποιος κατόρθωνε να αναρριχηθεί στην εξουσία είχε το δικαίωμα και την υποχρέωση να καρπωθεί οφέλη και να μοιράσει προνόμια στους υποστηρικτές του.

Η επανάσταση που επέφερε ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι ότι έκανε τον κόσμο να πιστέψει ότι πλέον όλοι μπορούσαν να γλύψουν το πιάτο και να προσδοκούν σε ψίχουλα από το φαγοπότι. Πριν από αυτόν, μόνο μια μικρή κάστα μπορούσε να γευθεί τους καρπούς της εξουσίας αλλά ο Ανδρέας τα ανέτρεψε όλα αυτά αυξάνοντας εντυπωσιακά την πίτα. Όμως, αυτή η διεύρυνση δεν έγινε άνευ κόστους: για να εξασφαλίσουν όλοι το μικροεισόδημα τους, τη μικροπαροχή τους, τη μικροδουλεία τους με το δημόσιο, από κάπου έπρεπε να βρεθούν χρήματα. Αυτά προήλθαν με εκτεταμένο δανεισμό και έτσι ουσιαστικά όλη η ελληνική κοινωνία εθίστηκε στη λογική του τρώω σήμερα και πληρώνω αύριο. Όσοι λίγοι απέμειναν να παλεύουν προκειμένου να δημιουργήσουν πλούτο μέσω της παραγωγής έφθασαν να θεωρούνται γραφικοί. Γιατί να δουλέψεις πραγματικά όταν μπορείς να εξασφαλίσεις τον επιούσιο μέσω κάποιας μορφής σχέση με το δημόσιο;

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός με την ελληνική κοινωνία βυθισμένη σε μια μακαριότητα, πιστεύοντας ότι τα πράγματα πάντα έτσι θα είναι χωρίς καμιά αλλαγή. Οι ελάχιστες φωνές ορθολογισμού που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου παραμερίζονταν ως ενοχλητικές. Οι περισσότεροι άλλαζαν πλευρό και συνέχιζαν τον ύπνο τους. Και έτσι, σίγα σιγά, χωρίς να το καταλάβουμε ή να προβάλουμε αντίσταση, διαλύθηκαν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μας, διαλύθηκε ο παραγωγικός ιστός και κάθε έννοια συνοχής του συνόλου. Ο καθένας έκανε ότι ήθελε για το προσωπικό και μόνο συμφέρον του αγνοώντας οποιαδήποτε συνέπεια των πράξεων του εις βάρος του συνόλου. Η έννοια της αριστείας, δηλαδή η ηθική και υλική επιβράβευση του καλύτερου, έννοια απαραίτητη για την πρόοδο της κοινωνίας, ποδοπατήθηκε από τη μετριοκρατία της μάζας που δεν ήθελε να εκτεθεί η δική της ημιμάθεια ή χειρότερα, να διακοπεί το σιτηρέσιο από το κοινό ταμείο.

Υπήρξε λοιπόν ανέκαθεν ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών και των ηγετών: οι ηγέτες θα ανέχονται και θα ικανοποιούν την μικροπαρανομία των πολλών προκειμένου αυτοί να ανέχονται τις συμπεριφορές και το φαγοπότι των μεγάλων. Όταν όμως η οικονομική κρίση σάρωσε αυτό το οικονομικό μοντέλο πυραμίδας που είχε στηθεί, οι πολίτες δεν διέθεταν το ορθολογικό υπόβαθρο για να αναζητήσουν την πραγματική αιτία των πραγμάτων. Στην αρχή σάστισαν και μετά αντέδρασαν πριμοδοτώντας τη δημαγωγική φωνή αυτών που του υποσχέθηκαν ασφάλεια, αδράνεια και προστασία της μικροιδιοκτησίας τους. Αντέδρασαν έτσι γιατί ο ημιμαθής ή απαίδευτος πολίτης ξεχνάει γρήγορα και τα μαθήματα του μεσοπολέμου, της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ ή ακόμη και αυτά της δικής μας νεοελληνικής ιστορίας που μοιάζουν πλέον μακρινά. Ο Αδόλφος Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε το πληγωμένο γόητρο του γερμανικού λαού σε συνδυασμό με τη δεισλυτουργικότητα του τότε πολιτικού συστήματος. Ο αντισημιτισμός προστέθηκε ως δημαγωγικό καρύκευμα ή ως ιδεολογική συγκολλητική ουσία ενός ανερμάτιστου προγραμματικού λόγου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χίτλερ επεδίωκε με κάθε τρόπο τη φυγή από τα προβλήματα μέσω ενός πολεμικού επεισοδίου.    

Η χρυσή αυγή λοιπόν δεν πράττει κάτι το διαφορετικό: έχουμε ένα σύστημα εξουσίας που έχει χρεοκοπήσει και μια ηγεσία ανίκανη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ο αντισημιτισμός έχει αντικατασταθεί από το μένος εναντίον των μεταναστών προσφέροντας ουσιαστικά στους πολίτες αυτό που το ίδιο το κράτος, μέσα στην αποσύνθεση του, αδυνατεί να προσφέρει. Το πληγωμένο γόητρο ανέκαθεν υπήρχε στο νεοελληνικό κράτος από την εποχή ακόμα της Μεγάλης Ιδέας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι προσφέρει ψευδώς το αίσθημα της ασφάλειας στον πολίτη τόσο σε πρακτικό επίπεδο (λαθρομετανάστες) όσο και σε ψυχολογικό: εγώ ο μικρός και ταπεινός ψηφίζω ανώνυμα ένα αντισυστημικό κόμμα το οποίο το σύστημα το φοβάται. Και έτσι αυτή η ψευδαίσθηση εξουσίας (ή μικροεξουσίας) προστίθεται μέσα σε όλα τα άλλα πράγματα που ο πολίτης εξυψώνει στο αξιακό του σύστημα, δηλαδή το σπίτι του, το αυτοκίνητο του, το αυθαίρετο εξοχικό του (μικροιδιοκτησία), την μικροπαρανομία του, την αργομισθία του, τη φοροδιαφυγή του και τόσα άλλα πράγματα που, ενώ βλάπτουν λίγο ή πολύ το σύνολο, εμάς μας φαίνονται φυσιολογικά.

Εν κατακλείδι, το πρόβλημα της Ελλάδας είναι διαχρονικό και πηγάζει από δύο κύριες αιτίες: η πρώτη έχει να κάνει από το γεγονός ότι δεν λειτουργούμε ως σύνολο, αλλά ως άτομα. Ακόμα και όποτε λειτουργήσαμε ως σύνολο ακολούθησε αυτοκαταστροφική εμφυλιακή πορεία. Η δεύτερη αιτία είναι ότι ουδέποτε υιοθετήσαμε ως σύνολο ένα ρεαλιστικό σχέδιο ή μια μακρόπνοη στρατηγική σε βάθος χρόνου. Πάντα λειτουργούμε πυροσβεστικά και κατόπιν εορτής και ποτέ ως προϊόν πρωθύστερου σχεδιασμού. Το κράτος της Ελλάδας είναι σήμερα 193 ετών. Που θέλουμε να βρίσκεται σε τριάντα ή πενήντα χρόνια από σήμερα; Πως σχεδιάζουμε να βελτιωθούμε ως σύνολο σε βάθος χρόνου; Ποιοι είναι οι στόχοι που θέτουμε και πως θα τους επιτύχουμε; Ποιες είναι οι προκλήσεις του μέλλοντος και ποιο το διεθνές περιβάλλον εντός του οποίου διαβιούμε; Τι πραγματικά έχει αλλάξει από το 1821 μέχρι σήμερα; Τα τσαρούχια μας που είναι πλέον παπούτσια και οι φουστανέλες που έγιναν παντελόνια; Αυτή είναι η πρόοδος; Ή μήπως οι συμπεριφορές μας ανακυκλώνονται ξανά και ξανά και αντιμετωπίζουμε συνεχώς τα ίδια δεινά υπό διαφορετικές περιστάσεις;


Τα νούμερα κάποια στιγμή θα ευημερήσουν. Δεν έχει σημασία αν θα είναι φέτος ή του χρόνου ή όποτε. Το ερώτημα είναι, μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι ως κοινωνία, να λειτουργήσουμε ως σύνολο και να διδαχθούμε από τα παθήματα μας. Αν ναι, τότε θα έχουμε κερδίσει κάτι από αυτήν την ιστορική στιγμή. Αν όχι, τότε αυτά που συζητούμε σήμερα απλά θα ανακυκλώνονται στο μέλλον με διαφορετικό περιτύλιγμα.  

4 Μαρ 2014

Το Ουκρανικό Ζήτημα

Με αφορμή τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στην περιοχή της Ουκρανίας, θα επιχειρήσω μια ανάλυση των γεγονότων εκεί. Πολύ συχνά στην Ελλάδα αρεσκόμαστε σε ρηχές ή μονοσήμαντες αναλύσεις, όπως για παράδειγμα ότι η Ρωσία επενέβη για τους αγωγούς του φυσικού αερίου, ή για τις αεροναυτικές βάσεις της Κριμαίας. Στις διεθνείς σχέσεις μερικά από τα πρώτα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει κανείς είναι το ποίοι, που, πως πότε, γιατί. Δηλαδή, ποιοι είναι οι εμπλεκόμενοι, σε πιο γεωγραφικό χώρο, πως εμπλέκονται, πότε ξεκίνησε ιστορικά η εμπλοκή και το κυριότερο, γιατί. Ποιος κερδίζει και ποια τα κίνητρα του. Αρεσκόμαστε συχνά να καταφεύγουμε σε επιφανειακές αναλύσεις, ότι δηλαδή οι επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων γίνονται αποκλειστικά για τις πρώτες ύλες, ή για εδαφικά οφέλη. Παρότι αυτοί οι παράγοντες είναι σίγουρα σημαντικοί παράμετροι ισχύος, εν τούτοις δεν αποτελούν παρά μια μόνο πτυχή πολυσύνθετων προβλημάτων. Θα έπρεπε να είμαστε ευτυχείς εάν η φύση των προβλημάτων μεταξύ των κρατών ήταν τόσο απλοί στην ανάλυση τους.

Θα ξεκινήσουμε λοιπόν με μια σύντομη ιστορική αναδρομή του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της Ουκρανίας. Η Ουκρανία και η περιοχή του Κιέβου ειδικότερα, θεωρούνται κοιτίδες του ρωσικού πολιτισμού. Η περιοχή επικοίστηκε μαζικά στα τέλη του 9ου αιώνα από Σκανδιναβούς δεύτερης γενιάς, προερχόμενους αρχικά από τη Σουηδία μέσω βόρειας Βαλτικής (Varangians, ή Βαράγκοι στα ελληνικά). Η λέξη «βαράγγοι» δεν είναι άγνωστη στον ελλαδικό χώρο, αφού από την εποχή του Βασιλείου Β΄ (976 – 1025) αποτελούσαν την επίλεκτη αυτοκρατορική φρουρά του Βυζαντίου. Ήταν ο ίδιος αυτοκράτορας ο οποίος πρωτοστάτησε στον εκχριστιανισμό των «Ρως» δίνοντας την αδερφή του ως νύφη του τοπικού ηγεμόνα ως αντάλλαγμα. Το βασίλειο του Κιέβου θα γνωρίσει μεγάλη ακμή κατά τον 11ο αιώνα μ.Χ. φθάνοντας να επηρεάζει έναν γεωγραφικό χώρο από τη βόρεια βαλτική έως τις όχθες της Μαύρης Θάλασσας. Χρησιμοποιώντας τους μεγάλους ποταμούς της περιοχής καθώς και ελαφριά πλοιάρια, οι «Ρως» μπορούσαν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις με μεγάλη ταχύτητα. Αργότερα, τοπικοί άρχοντες θα περιορίσουν την κεντρική βασιλική εξουσία οδηγώντας το βασίλειο σε παρακμή. Η Μογγολική επέλαση του 13ου αιώνα θα δώσει τη χαριστική βολή, ισοπεδώνοντας οποιαδήποτε κεντρική εξουσία είχε απομείνει. Ένα από τα εμπορικά οχυρά που είχε δημιουργηθεί στις όχθες του ποταμού Moskva, μπόρεσε να αποτινάξει το Μογγολικό ζυγό και σταδιακά να αποτελέσει τον πυρήνα αυτού που σήμερα ονομάζουμε Ρωσία. Η γεωγραφική περιοχή της σημερινής Ουκρανίας γνώρισε αρκετούς ξένους κατακτητές κατά το πέρασμα των χρόνων. Πολωνοί, Λιθουανοί και Μογγολικά/Ταταρικά διάδοχα κράτη μοιράστηκαν την περιοχή για να αντικατασταθούν αργότερα από τους Οθωμανούς στο νότο, τους Ρώσους βόρεια και ανατολικά και τους Πολωνούς στο δυτικό κομμάτι. Η κατανομή αυτή εξηγεί και τη θρησκευτική διαίρεση της σημερινής Ουκρανίας, με τους ορθόδοξους ρωσόφωνους να βρίσκονται στα ανατολικά και νότια, τους μουσουλμάνους Τατάρους να βρίσκονται στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και τους καθολικούς – ουνίτες να βρίσκονται στα δυτικά. Κατά τον 18ο αιώνα, η Ρωσία θα εκδιώξει εντελώς τους Οθωμανούς από τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ενώ ένα δυτικό κομμάτι στην περιοχή της Γαλικίας θα περάσει στα χέρια της Αυστρίας. Το σημερινό Lvov ονομαζόταν τότε Lemberg και αποτελούσε σημαντικότατη πόλη της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας με σημαντικό γερμανόφωνο πληθυσμό.

Το 1918, η Ρωσία θα εξέλθει του πρώτου παγκοσμίου πολέμου υπογράφοντας με τη Γερμανία την ταπεινωτική συνθήκη του Brest – Litovsk. Μια από της παραμέτρους της συνθήκης ήταν η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας ως χώρα δορυφόρος της Γερμανίας. Αργότερα, οι δυτικοί ουκρανοί θα πολεμήσουν τον κόκκινο στρατό και θα αποτελέσουν τη βάση για τους λεγόμενους λευκούς αντεπαναστάτες. Στον ίδιο γεωγραφικό χώρο θα αποστείλει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα το 1919, προσδοκώντας σε μελλοντικά ανταλλάγματα από τους Συμμάχους κατά την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης. Τα ξένα εκστρατευτικά σώματα γρήγορα αποσύρθηκαν, οι λευκοί κατέρρευσαν υπό το βάρος της πολυαρχίας και της διάσπασης τους και οι κόκκινοι επικράτησαν εύκολα, ανακαταλαμβάνοντας την περιοχή. Η «προδοσία» των ουκρανών όμως, δηλαδή η στήριξη των γερμανών και κατόπιν των λευκών, ουδέποτε ξεχάστηκε. Το 1921, όλη σχεδόν η περιοχή της σημερινής Ουκρανίας θα περάσει υπό σοβιετικό έλεγχο με ένα μικρό κομμάτι δυτικά να περνάει στην Πολωνία. Ο εμφύλιος πόλεμος που προηγήθηκε υπήρξε σκληρότατος με 1,5 εκατομμύριο νεκρούς και με πλήρη λεηλασία και καταστροφή της γεωργικής παραγωγής της Ουκρανίας οδηγώντας τελικά στο λοιμό του 1921. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου η βίαιη ανακατανομή – αρπαγή γεωργικών προϊόντων από τους σοβιετικούς θα οδηγήσει την περιοχή ξανά σε λοιμό (1931 – 1934) με υπολογιζόμενα θύματα να είναι αρκετά εκατομμύρια (Σοβιετικές πηγές μιλάνε για νούμερα πέριξ των δέκα εκατομμυρίων σε Ουκρανία και Καζακστάν μαζί). Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι γερμανοί θα επαναλάβουν το ίδιο ακριβώς τέχνασμα κηρύσσοντας την «ανεξαρτησία» της Ουκρανίας, προσδοκώντας στη χρησιμοποίηση των ουκρανών ενάντια στον νυν υπέρ πάντων αγώνα κατά των Ρώσων. Τόσο οι δυτικοί ουκρανοί, όσο και οι μουσουλμάνοι Τάταροι θα συμμαχήσουν πρόθυμα με τους γερμανούς εισβολείς, εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός «νεοναζιστές» που αποδίδει, όχι τυχαία, το ρωσικό υπουργείο εξωτερικών στο νέο κυβερνητικό σχήμα στο Κίεβο. Ο Στάλιν δεν θα ξεχάσει την προδοσία και θα εκριζώσει ολόκληρο τον Ταταρικό πληθυσμό, μεταφέροντας τον στα βάθη της Σιβηρίας. Το 1954, ο Νικήτα Χρουστσόφ, ουκρανός στην καταγωγή θα διαδεχθεί τον Στάλιν στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης. Προσπαθώντας να εξομαλύνει τη σχέση μεταξύ των δύο σοβιετικών δημοκρατιών, ο Χρουστσόφ χαρίζει την ρωσόφονη Κριμαία στη σοβιετική δημοκρατία της Ουκρανίας καθορίζοντας εν τέλει τα σημερινά της σύνορα. Η μεταπολεμική σοβιετική ανάπτυξη βασίστηκε στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό και την εξειδίκευση κάθε δημοκρατίας σε μερικούς τομείς. Έτσι, η Ουκρανία μετατράπηκε στο σιτοβολώνα της Σοβιετικής Ένωσης ενώ εισήγαγε ενέργεια (φυσικό αέριο, πετρέλαιο και ηλεκτρισμό) από τη Ρωσία. Ο σχεδιασμός αυτός δεν ήταν τυχαίος, αλλά επιδίωκε να δημιουργήσει τη μέγιστη δυνατή αλληλεξάρτηση μεταξύ των δημοκρατιών.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε στην ανεξαρτησία της Ουκρανίας το 1991. Η Ουκρανία όμως, υπήρξε εξ’ αρχής ένα βαθιά προβληματικό κράτος με μεγάλη εξάρτηση από τη Ρωσία τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές της. Η συμβιωτική σχέση μεταξύ των δύο κρατών υπήρξε προβληματική από την αρχή. Οι κύριοι ρωσικοί αγωγοί εξαγωγής φυσικού αερίου περνούν από ουκρανικό έδαφος πράγμα που έδινε (πλέον σε μικρότερο βαθμό) ένα διαπραγματευτικό χαρτί στους ουκρανούς. Από την άλλη, η Ουκρανία ήταν και είναι σε απόλυτο βαθμό εξαρτημένη από την εισαγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία ύψους 1 δις δολαρίων το μήνα. Ένα άλλο σημείο τριβής είναι η χερσόνησος της Κριμαίας. Ιστορικά η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ως βάση του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, τα δύο κράτη συμφώνησαν να υπενοικιάζει η Ρωσία τις εκεί ναυτικές βάσεις, σε μια περιοχή όμως που η Ρωσία ανέκαθεν θεωρούσε εθνικό της έδαφος.

Η Ουκρανία ως κράτος αντιμετωπίζει έντονες φυγόκεντρες τάσεις. Η χώρα χωρίζεται τόσο γεωγραφικά όσο και θρησκευτικά και εθνοτικά σε δύο κομμάτια. Χονδρικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άξονας διαχωρισμού εντοπίζεται στις όχθες του ποταμού Δνειπέρου ο οποίος χωρίζει τη χώρα σε ανατολικό και δυτικό κομμάτι. Το ανατολικό τμήμα και τα παράλια εμπεριέχουν σημαντικούς αριθμούς ρωσόφονων ορθόδοξων (η απογραφή του 2001 δίνει μια κατανομή 70% όσων ομιλούν ουκρανικά και 30% όσων ομιλούν τη ρωσική σε όλη την επικράτεια) και είναι περιοχές πλούσιες σε φυσικούς πόρους. Το δυτικό κομμάτι αποτελείται από σλαβόφωνους καθολικούς και ουνίτες και διαθέτει φτωχότερους πόρους. Το ανατολικό τμήμα πάντοτε είχε και επιζητούσε στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία, τόσο πολιτισμικά όσο και εμπορικά ενώ το δυτικό τμήμα έχει περισσότερο κεντροευρωπαϊκό προσανατολισμό. Εάν στο μείγμα αυτό προσθέσουμε χρόνια κακοδιαχείριση, εκτεταμένη διαφθορά και νεποτισμό, αλλά και ασταθείς δημοκρατικούς θεσμούς, τότε εύκολα μπορούμε να καταλήξουμε στη σημερινή εκρηκτική κατάσταση.

Η Ρωσία έχει αποφασίσει να επέμβει στην περιοχή διότι θεωρεί ότι αντιμετωπίζει μείζον ζήτημα ασφάλειας. Η Ρωσία δεν θεωρώ ότι ενδιαφέρεται άμεσα για τον εδαφικό τεμαχισμό της Ουκρανίας με εξαίρεση ίσως, τη χερσόνησο της Κριμαίας. Η Ουκρανία της είναι χρήσιμη ως κράτος δορυφόρος και ανάχωμα στη δυτική επιρροή. Η Ρωσία θεωρεί και ως ένα βαθμό είναι αλήθεια, ότι οι δυτικοί αναμείχθηκαν στα εσωτερικά της Ουκρανίας προκαλώντας την πτώση ενός φιλορωσικού καθεστώτος. Η απόσπαση της Ουκρανίας από τη ρωσική σφαίρα επιρροής δημιουργεί δίλλημα ασφάλειας στη Ρωσία. Εάν επιτρέψει μια τέτοια εξέλιξη, τότε η Ουκρανία θα ενταχθεί στις δυτικές συλλογικές δομές ασφάλειας πράγμα που η Μόσχα το θεωρεί κόκκινη γραμμή. Η δυνητική εγκατάσταση αντιβαλλιστικών και άλλων οπλικών συστημάτων στην ουκρανική επικράτεια ακυρώνει στην πράξη την πυρηνική ισορροπία του τρόμου μεταξύ Ρωσίας και Η.Π.Α. η οποία βασίζεται στην βέβαιη αμοιβαία καταστροφή (M.A.D. = Mutually Assured Destruction) εφόσον ένας από τους δύο παίκτες κάνει επιθετική χρήση πυρηνικών όπλων. Όταν ο ένας παίκτης διαθέτει αμυντικό σύστημα ενάντια στη βέβαιη καταστροφή, τότε η πυρηνική αποτροπή χάνει το νόημα της με αποτέλεσμα να υπάρχει εξαιρετικά αυξημένη συστημική αστάθεια. Γενικότερα όμως, η ύπαρξη διάμεσων κρατών δορυφόρων (buffer states) όπως η Λευκορωσία, η Αρμενία και το Καζακστάν είναι εξαιρετικά χρήσιμη για τη Ρωσία τόσο σε θέματα ασφάλειας και σκληρής ισχύος όσο και σε θέματα ήπιας ισχύος. Η επιχειρούμενη απόσχιση ζωτικού χώρου της Μόσχας είναι φυσικό να ενεργοποιήσει μηχανισμούς αντίδρασης. Το συντελούμενο παίγνιο ισχύος είναι επομένως αρκετά σύνθετο όσο και συνηθισμένο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Τα όσα ακούγονται περί διεθνούς δικαίου, διεθνών συνθηκών και δημοκρατίας είναι απλά οι προσπάθειες και των δύο πλευρών προκειμένου να επιτύχουν εσωτερική και εξωτερική νομιμοποίηση ως προς τις ενέργειές τους. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να λάβει σοβαρά υπόψη του τα λεγόμενα των αμερικανών περί δημοκρατίας ή μονομερών επεμβάσεων όταν μόλις πριν λίγους μήνες στήριξαν τη στρατιωτική δικτατορία στην Αίγυπτο. Ούτε όμως και οι Ρώσοι νομιμοποιούνται να ομιλούν περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων όταν στην περίπτωση της Συρίας πρακτικά στηρίζουν έναν δικτάτορα. Υπάρχει μια σύγκρουση συμφερόντων στην περιοχή η οποία υποδαυλίζεται από το φόβο της Ρωσίας ως προς τις δυτικές προθέσεις και την καχυποψία της για τα σχέδια τους. Η ύπαρξη, πρόσφατου σχετικά, αρνητικού παρελθόντος όπως περιέγραψα παραπάνω, φορτίζει αρνητικά ένα ήδη βεβαρυμμένο κλίμα. 

Η κατάσταση δε διαφέρει ιδιαίτερα ως προς τη φύση της σε σχέση με την πυραυλική κρίση της Κούβας το 1962. Εκεί, οι σοβιετικοί εισήλθαν βίαια σε ζωτικό αμερικανικό χώρο υποστηρίζοντας τον, κομμουνιστή από ανάγκη, Κάστρο και εγκαθιστώντας επιθετικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Οι δύο δυνάμεις έφθασαν πολύ κοντά στην πυρηνική ανταλλαγή για να κάνει πίσω τελικά ο Χρουστσόφ αποσύροντας τους πυραύλους. Λογικά, ήδη υπάρχουν παρασκηνιακές συνεννοήσεις μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας ως προς αυτό το σκοπό. Η Ρωσία θα σταματήσει να υποδαυλίζει περεταίρω αποσχιστικές τάσεις στην ανατολική Ουκρανία με αντάλλαγμα τη σιωπηρή υπόσχεση των δυτικών να μην εντάξουν την Ουκρανία σε κάποιο συλλογικό σύστημα ασφάλειας (ΝΑΤΟ) ή οικονομίας (ΕΕ). Η Κριμαία ίσως να αποσχιστεί κατά τα πρότυπα της Απχαζίας και να αποτελέσει μια ανεξάρτητη δημοκρατία που μόνο η Ρωσία αναγνωρίζει την υπόσταση της. Η Δύση δε φάνηκε να διδάχθηκε από τα γεγονότα στη Γεωργία το 2008 και επιχείρησε το ίδιο τέχνασμα στην Ουκρανία, εν μέσω μάλιστα Ολυμπιακών Αγώνων στη Ρωσία, γεγονός το οποίο έριξε περεταίρω λάδι στη φωτιά. Σε αντίθεση με τη Γεωργία όμως, εδώ το τίμημα είναι σημαντικά υψηλότερο, για αυτό και η φαινομενικά τόσο επιθετική στάση της Ρωσίας. Σε σχέση με την τωρινή κρίση ευελπιστώ ότι ψυχραιμότερες απόψεις εκατέρωθεν θα επικρατήσουν και θα βρεθεί μια λύση μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας περίπου όπως περιγράφηκε παραπάνω. Το κλειδί στην επίλυση βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη συχνή ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων προκειμένου να παρθούν οι βέλτιστες αποφάσεις. Εκτιμώ ότι οδεύοντας προς ένα πολυπολικό παγκόσμιο σύστημα τέτοιες κρίσεις θα είναι ολοένα και συχνότερες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.  

23 Ιαν 2014

Το τέλος μιας εποχής;

Φανταστείτε μια χώρα με τα εξής χαρακτηριστικά: ο λαϊκισμός και η δημαγωγία είναι στην ημερήσια διάταξη. Η οικογενειοκρατία, ο νεποτισμός, η ευνοιοκρατία και η προαγωγή μετρίων, μια καθημερινότητα. Η εκλογική διαδικασία αποτελεί κατά βάση ένα προπέτασμα εικονικής πραγματικότητας, όπου ομάδες ψηφοφόρων εξαγοράζονται με κρατικά χρήματα. Η οικονομία αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα παραγωγικής και τεχνολογικής υστέρησης αλλά δεν αναλαμβάνεται κάποια πρωτοβουλία αλλαγών εξ’ αιτίας της μεγάλης πολιτικής ισχύος διαφόρων συντεχνιών. Η ανώτατη δικαστική και στρατιωτική ηγεσία είναι αδιάφορη διότι η εξέλιξη της εξαρτάται από την αρχαιότητα και την εύνοια της πολιτικής ηγεσίας χωρίς να αναζητείται κάποια ξεχωριστή ικανότητα. Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου παρακολουθεί με απάθεια το θέαμα, βολεμένη στα ψίχουλα και θαμπωμένη από τα θεάματα. Όταν τα πράγματα ζορίζουν στο εσωτερικό η ηγεσία επιχειρεί να εξάγει ή να επιρρίψει το πρόβλημα σε εξωγενείς παράγοντες. Η χώρα θεωρείται ότι διαθέτει επαρκή ασφάλεια λόγω του επαγγελματικού στρατού που διαθέτει, αλλά οι επαγγελματίες οπλίτες είναι στην πλειονότητα τους ράθυμοι και ακατάλληλοι για υπηρεσία. Οι υπόλοιποι πολίτες αποφεύγουν να υπηρετήσουν στον εθνικό στρατό προφασιζόμενοι διάφορα τερτίπια. Το δημόσιο έχει έναν ειδικό λογαριασμό όπου συγκεντρώνονται τα χρήματα όσων εξαγοράζουν τη θητεία τους, αλλά αυτός ο λογαριασμός αποτελεί δεξαμενή άντλησης χρημάτων για τα δώρα που κάνει η πολιτική ηγεσία προς ημέτερους. Ελάχιστοι αξιωματικοί και πολιτικοί ηγέτες αντιλαμβάνονται τα ανησυχητικά σύννεφα στον ορίζοντα αλλά είναι τέτοια η αδράνεια και η ραστώνη του συστήματος που ουδείς ενδιαφέρεται να ακούσει τις όποιες κραυγές αγωνίας. Η στρατηγική του κράτους είναι ανύπαρκτη και οι αποφάσεις συνήθως καιροσκοπικές και βασισμένες σε λανθασμένα ή φανταστικά δεδομένα. Το τέλος πλησιάζει και η πολιτική ηγεσία επιχειρεί φυγή από τα προβλήματα μέσω μιας πολεμικής περιπέτειας. Το αποτέλεσμα φυσικά καταστροφικό.

Σε μια άλλη γειτονική χώρα τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι ηγέτες ενδιαφέρονται πραγματικά για την ευημερία του συνόλου και οι αποφάσεις τους διαπνέονται από ρεαλισμό και ορθολογική σκέψη. Υπάρχουν ρεαλιστικοί πολιτικοί στόχοι βασισμένοι σε πραγματικά δεδομένα και χαραγμένη στρατηγική προκειμένου αυτοί να υλοποιηθούν. Το σύστημα βασίζεται στην αξιοκρατία και αναζητά τους άριστους προκειμένου να υλοποιηθεί η κρατική πολιτική. Τα συντεχνιακά συμφέροντα παραμερίζονται μπροστά στο γενικό καλό. Υπάρχει προγραμματισμός σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, ταυτόχρονα όμως δίδεται μεγάλη ελευθερία στο άτομο στο πως θα υλοποιήσει τους στόχους του. Η ηγεσία θέτει τους στόχους και οι υφιστάμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την εφευρετικότητα τους κατά το δοκούν για την υλοποίηση τους. Ο στρατός αποτελείται από κληρωτούς οι οποίοι με μεγάλη προθυμία υπηρετούν τη θητεία τους για το συμφέρον του συνόλου. Οι αξιωματικοί είναι όλοι επαγγελματίες και προάγονται βάσει αξιολόγησης και επιδόσεων. Μόνο οι καλύτεροι υπηρετούν σε κρίσιμες επιτελικές θέσεις. Το εκπαιδευτικό επίπεδο του πληθυσμού είναι πολύ υψηλό και άνω του μέσου όρου, ενώ δίνεται μεγάλη έμφαση στη διαρκή εκπαίδευση και εμβάθυνση της γνώσης. Η τεχνολογική καινοτομία αποτελεί την αιχμή του δόρατος της κρατικής πολιτικής και προωθείται με κάθε ευκαιρία. Η πολιτική ηγεσία έχει την προσοχή της στραμμένη στην αύξηση της ισχύος της κρατικής οντότητας και όταν αντιλαμβάνεται τα προβλήματα της γειτονικής χώρας με μαεστρία την ωθεί σε στρατιωτική περιπέτεια. Το αποτέλεσμα είναι μια σαρωτική νίκη υπέρ της. Μάλιστα η νίκη της είναι τόσο εντυπωσιακή που το αποτέλεσμα της προκαλεί το θαυμασμό, φόβο και δέος των άλλων κρατών της περιοχής. Οι χώρες του παραδείγματος μας; Η Γαλλία και η Πρωσία την εποχή της δεύτερης γαλλικής αυτοκρατορίας (1852 – 1870).


Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου (The Franco-Prussian War: The German Conquest of France in 1870-1871) του Geoffrey Wawro 
http://www.amazon.com/Franco-Prussian-War-German-Conquest-1870-1871/dp/052161743X/ref=la_B001IXUE7M_1_2?s=books&ie=UTF8&qid=1390463894&sr=1-2 .
Καθώς διάβαζα για το ιστορικό υπόβαθρο του πολέμου και την περιγραφή των δύο κρατών πριν από τον πόλεμο, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ομοιότητα κάποιων καταστάσεων που περιγράφονταν στην αυτοκρατορική Γαλλία με την μεταπολιτευτική (και όχι μόνο) Ελληνική πραγματικότητα. Σε αντίθεση με τη Γαλλία έχουμε τη μεθοδικότητα της Πρωσίας του Μπίσμαρκ όπου ο στόχος (ενοποίηση της Γερμανίας) έχει τεθεί από τις αρχές του 1850 και υπηρετείται συνεχώς μέσω μακροπρόθεσμης στρατηγικής για να ευοδωθεί τελικά το 1871 με την ίδρυση της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Από τη μια έχουμε τον τυχοδιωκτισμό και τον φτηνό λαϊκισμό του Ναπολέοντα ΙΙΙ και από την άλλη τον ορθολογισμό και την «ρεαλπολιτίκ» του Μπίσμαρκ. 
 
Η σύγκριση με την Ελλάδα του σήμερα μόνο απογοήτευση μπορεί να φέρει. Η πλήρης απουσία στρατηγικής και ο πολιτικός καιροσκοπισμός της ηγεσίας είναι εμφανής σε κάθε πτυχή της άσκησης εξουσίας. Η πυροσβεστική αντιμετώπιση προβλημάτων και η ρίψη του αναθέματος επί εξωγενών παραγόντων βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. Οι όποιες αλλαγές συντελούνται υπό την πίεση των δανειστών μας, ενώ αυτοί που καλούνται να τις υπηρετήσουν δεν πιστεύουν σε αυτές. Η μετριοκρατία εξακολουθεί να βασιλεύει ωθώντας όλο και περισσότερους συμπατριώτες μας στη μετανάστευση. Στην ερώτηση, που θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα σε 20 με 30 χρόνια από τώρα και πως θα επιτύχουμε τους στόχους μας, δεν υπάρχει απάντηση. Το πιο πιθανό είναι κάποιος να εισπράξει ένα ελαφρύ μειδίαμα σε συνδυασμό με το αφοπλιστικό «μέχρι τότε ποιός ζει, ποιός πεθαίνει». Η απάθεια που κυριαρχεί προσομοιάζει τους κατοίκους της Πομπηίας κατά την έκρηξη του Βεζουβίου.
 
Η Γαλλία, μετά τη λήξη του πολέμου εξήγαγε σε γενικές γραμμές τα σωστά συμπεράσματα και προχώρησε σε σαρωτικές αλλαγές οι οποίες μερικώς οδήγησαν στην αποκατάσταση της εθνικής ισχύος. Στην Ελλάδα, βρισκόμαστε στον έκτο χρόνο μιας σαρωτικής οικονομικής κρίσης και η πολιτική ηγεσία της χώρας δίνει καθημερινά μάχες οπισθοφυλακής για τη διατήρηση μιας ουτοπίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σπασμωδικά, πυροσβεστικά και χωρίς καμιά μακροχρόνια στρατηγική ή εθνικό σχέδιο. Ο πληθυσμός έχει απολέσει την εμπιστοσύνη του στους θεσμούς και την ηγεσία και αυτό έχει έντονα διαβρωτικές συνέπειες στην όποια αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Οι μισοί και παραπάνω πολίτες επί τυχαίου δείγματος δηλώνουν ότι αν μπορούσαν θα αποχωρούσαν από τη χώρα. 
http://kaparesearch.com/index.php?option=com_k2&view=item&task=download&id=35_8c2cb843c8f3130cc0b246be89f65efc&Itemid=137&lang=el . 
Είναι ευθύνη της ηγεσίας να θέτει τους στόχους και να χαράσσει την στρατηγική υλοποίησης. Είναι ευθύνη των πολιτών να συντάσσονται με το σύνολο για την υλοποίηση των εθνικών στόχων. Όταν διαταράσσεται αυτή η ισορροπία, όταν η ηγεσία υποκύπτει στον εύκολο δρόμο της δημαγωγίας, όταν οι πολίτες ανταλλάσουν την ψήφο τους έναντι ευτελών και εφήμερων ανταλλαγμάτων, τότε η ηγεσία θα είναι πάντα κατώτερη των περιστάσεων. Όμως ακριβώς επειδή αυτή η ηγεσία εκλέγεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, αποτελεί τον καθρέπτη της κοινωνίας των πολιτών και όσων αυτοί επιζητούν.  



4 Δεκ 2013

Παιδείας το Ανάγνωσμα

Με αφορμή ένα ενδιαφέρον άρθρο του Guardian[1] είχα την ευκαιρία να μάθω ότι εδώ και λίγες μέρες βγήκαν τα στατιστικά αποτελέσματα του PISA report του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD). Το PISA report είναι μια μελέτη ως προς την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος που διεξάγεται ανά τριετία, τόσο στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ όσο και σε άλλες χώρες που επιθυμούν να συμμετάσχουν. Διεξάγεται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα δεκαπεντάχρονων μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι οποίοι διαγωνίζονται σε εξετάσεις ευστροφίας άνευ ύλης. Η θεματολογία έχει να κάνει με κατανόηση κειμένου, γενική μαθηματική γνώση και γενική κατανόηση θετικών επιστημών. Όλες οι ερωτήσεις απευθύνονται στη μητρική γλώσσα του μαθητή και υπάρχει χρονικός περιορισμός ως προς την απάντηση. Οι ερωτήσεις χωρίζονται σε έξι πακέτα αυξανόμενης δυσκολίας (1 πολύ εύκολες,6 πολύ δύσκολες). Το δείγμα από την κάθε χώρα είναι τέτοιο ώστε να λαμβάνεται υπόψη η αναλογία μαθητικού πληθυσμού ως προς τον συνολικό πληθυσμό, η αναλογία αγοριών/κοριτσιών, η οικονομική διαστρωμάτωση των μαθητών καθώς και άλλοι παράμετροι. Ο σκοπός είναι η όσο το δυνατόν ακριβέστερη σύγκριση της αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας τόσο με ποιοτικούς όσο και με ποσοτικούς δείκτες. Τα αποτελέσματα της έρευνας μπορείτε να τα δείτε στο παρακάτω σύνδεσμο:


Δείγμα των ερωτήσεων μπορείτε να δείτε εδώ:


Από περιέργεια δοκίμασα τις ερωτήσεις του δείγματος και μπορώ να πω ότι απευθύνονται στη λογική και την ευστροφία των μαθητών και όχι στην αποστήθιση κάποιας πληροφορίας. Σας προτρέπω να το δοκιμάσετε για να δείτε σε τι δεν μπορούν να απαντήσουν οι Έλληνες μαθητές.

Οι επιδόσεις της χώρας μας είναι μάλλον απογοητευτικές (4η από το τέλος στη γενική κατάταξη ανάμεσα στις χώρες μέλη) και ενδεικτικές της ένδειας του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Δεν είναι μόνο οι επιδόσεις που απογοητεύουν αλλά κυρίως, η κατανομή της μαθητικής κοινότητας αυτή που ανησυχεί περισσότερο. Η Ελλάδα έχει μεγάλο αριθμό μαθητών που δεν μπορούν να απαντήσουν ούτε τις εύκολες ερωτήσεις (36% του δείγματος μαθητών) και είμαστε κάτω από το μέσο όρο των χωρών μελών. Αλλά ακόμα και στους αριστούχους μαθητές, ο αριθμός που απάντησε με επιτυχία τις πιο δύσκολες ερωτήσεις είναι ιδιαίτερα χαμηλός (4% απάντησε level 5 και μόλις 1% απάντησε level 6) σε σύγκριση με μαθητές άλλων χωρών. Δηλαδή, έχουμε λίγους καλούς μαθητές οι επιδόσεις των οποίων υπολείπονται αυτές άλλων χωρών. Επαναλαμβάνω ότι οι ερωτήσεις ήταν άνευ εξεταστέας ύλης και απευθύνονταν στην κριτική ικανότητα, την ευστροφία και τη λογική του μαθητή. Από το γράφημα του Guardian μπορούμε να δούμε την πρωτοκαθεδρία των Ασιατικών χώρων (Ιαπωνία, Ν. Κορέα) καθώς και την επιτυχία, σε γενικές γραμμές, του Σκανδιναβικού μοντέλου εκπαίδευσης. Υπάρχουν πάρα πολλά χρήσιμα συμπεράσματα τα οποία μπορούν να εξαχθούν από τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης και για τα οποία θα χρειαζόμουν πάρα πολλές σελίδες για να παραθέσω αναλυτικά.

Η στατιστική αυτή είναι χρήσιμη γιατί καταρρίπτει μια σειρά από μύθους που συνοδεύουν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Μύθος πρώτος: Οι έλληνες μαθητές είναι «έξυπνοι» και τα καταφέρνουν καλύτερα από τους άλλους. Δείτε πόσα μυαλά έχουμε στο εξωτερικό, πόσες νίκες έχουμε σε μαθητικές Ολυμπιάδες κ.λ.π.

Δεν είμαστε εξυπνότεροι από τους άλλους. Οι καλύτεροι μας μαθητές είναι λιγότεροι και με χειρότερες επιδόσεις από αυτές άλλων κρατών. Οι καλύτεροι μας δεν παραμένουν στην Ελλάδα αλλά μεταναστεύουν μαζικά στο εξωτερικό όπου με την παρουσίας τους κοσμούν ξένα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή προσφέρουν τις πολύτιμες γνώσεις και υπηρεσίες τους σε αυτούς που τις αναγνωρίζουν και τις αμείβουν αντίστοιχα.

Μύθος δεύτερος: Φταίει το μνημόνιο για αυτή την κατάντια

Κάτι τέτοιο δεν ισχύει και σίγουρα δεν έχει αποτυπωθεί στατιστικά ακόμα. Από το 2003 έως το 2012 αποδεικνύεται στατιστικά ότι η οικονομική διαστρωμάτωση των μαθητών δεν είναι στατιστικά σημαντική ως προς την επίδοση τους στην Ελλάδα. Ιδιωτικά ή δημόσια σχολεία, όλοι θα περάσουν από την λογική αποστήθισης που επιβάλλει το φροντιστήριο και το εξεταστικό σύστημα. Όσοι έχουν περισσότερα χρήματα μπορούν ενδεχομένως να δώσουν περισσότερες ευκαιρίες στα παιδιά τους, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: η παπαγαλία ζει και βασιλεύει.

Η αποσάθρωση του δημόσιου σχολίου είναι μια μακροχρόνια διαδικασία που ξεκίνησε τη δεκαετία του 80 και που τώρα θα δρέψουμε τους καρπούς των κόπων μας. Το πιο λυπηρό είναι ότι ακόμα και οι λιγοστοί πόροι που διαθέτουμε για το μέλλον των παιδιών μας έχουν εξαιρετικά χαμηλή αποδοτικότητα.

Εν κατακλείδι, υπό ιδανικές συνθήκες θα θέλαμε έναν μαθητικό πληθυσμό ως εξής: κανονική κατανομή μαθητών (σχήμα καμπάνας) με μεγάλο πληθυσμό μαθητών στα μεσαία στρώματα επιδόσεων και μικρές αποκλείσεις ανάμεσα στο χειρότερο 20% των μαθητών και το αντίστοιχο καλύτερο 20%. Εμείς έχουμε αυτή τη στιγμή μεγάλο αριθμό μαθητών στις χειρότερες επιδόσεις, μια αδύναμη σχετικά μέση κατάσταση και μικρό αριθμό εξαιρετικών μαθητών με χαώδη διαφορά από τους υπόλοιπους. Αυτό σημαίνει ότι το σχολείο όπως λειτουργεί σήμερα έχει αποτύχει στην παραγωγή ορθολογικά σκεπτόμενων πολιτών με εφόδια τέτοια, που να τους επιτρέπουν να συνεισφέρουν θετικά στο σύνολο στο οποίο μετέχουν. Ο ρόλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι να λειτουργήσει ως προθάλαμος της τριτοβάθμιας, αλλά να προσφέρει εφόδια στο μαθητή για να λειτουργήσει ως λογικά και κριτικά σκεπτόμενος πολίτης με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η ζοφερή πραγματικότητα σήμερα λέει ότι τα παιδιά στοιβάζονται κατά κανόνα σε άθλια σχολεία με απαράδεκτα και απαρχαιωμένα εκπαιδευτικά βοηθήματα κα με καθηγητές είτε αδιάφορους είτε σε απόγνωση. Όσοι γονείς διαθέτουν χρήματα, στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια όχι για να εκπαιδευτούν, αλλά αφενός για να είναι σίγουροι ότι γίνονται μαθήματα και αφετέρου για να κατορθώσουν να υπερνικήσουν με καλύτερες πιθανότητες τις πανελλαδικές εξετάσεις. Οι πραγματικά άριστοι θα κοιτάξουν να φύγουν στο εξωτερικό όπου και θα παραμείνουν χωρίς να επιστρέψουν ποτέ. Μια χώρα η οποία ουδέποτε θέλησε να λειτουργήσει υπό το καθεστώς αριστείας, που δεν ανταμείβει την αριστεία αλλά αντίθετα τη φθονεί και της βάζει εμπόδια, πράγματι τρώει τα παιδιά της. Και εμείς, θα μείνουμε πίσω να καμαρώνουμε αυτούς που έφυγαν και διαφημίζουν το «ελληνικό πνεύμα» βαυκαλιζόμενοι για τη δήθεν ανωτερότητα μας.  

Έχουμε μετατρέψει την εκπαιδευτική διαδικασία σε προετοιμασία για τη μια και μοναδική σημαντική εξέταση στη ζωή μας. Αφού περάσαμε τις πανελλαδικές, θέλουμε σίγουρα επαγγελματικά δικαιώματα, θέλουμε σίγουρη δουλεία μέχρι τη σύνταξη χωρίς ποτέ ξανά να κριθούμε. Πέρασε, για παράδειγμα, κάποιος στην ιατρική σχολή και αυτό σημαίνει ότι κάποτε, όποτε, θα γίνει ειδικός γιατρός. Κανείς ποτέ δεν θα απορριφθεί από το σύστημα «γιατί το παιδί διάβασε και κόπιασε για να περάσει». Δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον γιατρό που έκανε δεκαετία για να πάρει το πτυχίο του. Δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα να γίνει ειδικευόμενος βάσει αρχαιότητας και όχι βάσει αριστείας. Και κατόπιν αυτός ο άνθρωπος θα γίνει ειδικός χωρίς να περάσει ουσιαστικές εξετάσεις (σας προκαλώ να μου βρείτε ΕΝΑΝ ειδικευόμενο ο οποίος κόπηκε οριστικά από το να γίνει ειδικός), χωρίς κάποιος να ελέγχει αργότερα σε τακτά διαστήματα τις ικανότητες του και το αν εξελίσσεται η επιστημονική του κατάρτιση. Και αυτό ισχύει παντού σε όλα τα επαγγέλματα και σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής μας δραστηριότητας.

Η μελέτη αυτή του ΟΟΣΑ αποτελεί ένα δυνατό καμπανάκι κινδύνου και για έναν ακόμα σημαντικό λόγο: ένας απαίδευτος πολίτης αποτελεί εύκολα έρμαιο δημαγωγίας, λαϊκισμού και χειραγώγησης από ανθρώπους ή ομάδες με ταπεινά κίνητρα. Όλοι πέφτουν από τα σύννεφα για την άνοδο ενός νεοναζιστικού μορφώματος στη χώρα μας. Πως θα αντισταθεί ο πολίτης στις σειρήνες της δημαγωγίας όταν δεν διαθέτει τα πνευματικά εφόδια για να το κάνει αυτό; Σε τελική ανάλυση παιδεία σημαίνει ελευθερία, ελευθερία της άποψης και της γνώμης, ελευθερία της επιλογής.       

31 Οκτ 2013

Zollverein

Μια Σύντομη Αναδρομή της Γερμανικής Ιστορίας

Zollverein: Γερμανική Τελωνιακή Ένωση. Υλοποιήθηκε επίσημα το 1833 – 1834 και ουσιαστικά αφορούσε στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών μεταξύ των γερμανικών κρατιδίων της εποχής. Κυρίαρχη και κινητήρια δύναμη πίσω από τη συμφωνία τελωνιακής ένωσης υπήρξε η Πρωσία, οι εδαφικές εκτάσεις της οποίας τέμνονταν από μια πλειάδα παρεμβαλλόμενων κρατιδίων. Αποτελεί ένα από τα σπάνια ιστορικά παραδείγματα όπου η οικονομική ενοποίηση προηγήθηκε της πολιτικής.

Σε πρόσφατη επίσκεψη μου στη γερμανική πόλη του Essen είχα την ευκαιρία να δω ένα μουσειακό χώρο της βιομηχανικής επανάστασης ο οποίος ταυτόχρονα έχει ανακηρυχτεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομίας της UNESCO. Πρόκειται για ένα τεράστιο ορυχείο άνθρακα με τα αντίστοιχα εργοστάσια διαχωρισμού και παραγωγής μεταλλουργικού οπτάνθρακα (για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε εδώ: http://www.zollverein.de/#/service/english-page ) το οποίο εγκαινιάσθηκε το 1847 και τερμάτισε τις εξορυκτικές του δραστηριότητες το 1986. Το βιομηχανικό αυτό σύμπλεγμα φέρει το όνομα “Zollverein” όνομα το οποίο ήμουν σίγουρος ότι είχα ξαναδεί σε κάποιο από τα βιβλία της ιστορίας. Και πράγματι, μετά από μια σύντομη αναζήτηση η αρχική μου εντύπωση επιβεβαιώθηκε: το ορυχείο αυτό είχε ονομασθεί έτσι προς τιμήν της τελωνιακής ένωσης των γερμανικών κρατών του 19ου αιώνα. Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες τόσο για το ορυχείο όσο και για την τελωνιακή ένωση διαπίστωσα ορισμένες καταπληκτικές ομοιότητες  με την σημερινή Ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Πριν αναφερθώ σε αυτές τις ομοιότητες είναι χρήσιμο να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή ως προς την ιστορία του γερμανικού χώρου.

Η γεωγραφική θέση του χώρου που σήμερα ονομάζουμε Γερμανία ήταν, από την εποχή ακόμα των Ρωμαίων, καίριας σημασίας ως προς την επίτευξη ηγεμονίας επί της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Η Ρώμη προσπάθησε να επιβληθεί και να επεκταθεί εκεί αλλά η καταστροφή τριών λεγεώνων στην μάχη του Teutoburg Forest το 9 μ.Χ. έβαλε ουσιαστικό τέλος στην, ανατολικά του Ρήνου, επέκταση τους. Η συνένωση της Δυτικής Ευρώπης υπό τη βασιλεία του Καρλομάγνου στα τέλη του 8ου αιώνα μ.Χ. αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια και διαλύθηκε σύντομα μετά το θάνατο του. Μετέπειτα γερμανοί αυτοκράτορες έφεραν τον τίτλο του ρωμαίου αυτοκράτορα ενώ το βασίλειο τους έφερε την ονομασία «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους». Οι Αψβούργοι του 16ου αιώνα προσπάθησαν αλλά απέτυχαν να επιτύχουν την ηγεμονία στην Ευρώπη παρότι οι κτήσεις τους εκτίνονταν στην Ιβηρική και Ιταλική χερσόνησο, στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία μέσω του ελέγχου της αυτοκρατορίας. Βλέπουμε λοιπόν ότι όλες οι προσπάθειες επίτευξης ηγεμονίας στην Ευρώπη μέσω στρατιωτικής ισχύος περνούσαν μέσα από τον έλεγχο του γερμανικού χώρου αλλά όλες, για διάφορους λόγους απέτυχαν. Η συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 ουσιαστικά διέλυσε και τα τελευταία ψήγματα αυτοκρατορικής ισχύος και κατέστησε στην πράξη ανεξάρτητα τα γερμανικά κρατίδια. Η Γερμανία κατέστη κενός χώρος την οικειοποίηση του οποίου επιχείρησαν όλες οι γειτονικές μεγάλες δυνάμεις. Οι  ηγεμονικές προσπάθειες της Γαλλίας κατά τον 17ο και 18ο αιώνα (Λουδοβίκος, Ναπολέοντας) είχαν ως πρωταρχικό στόχο τον έλεγχο του γερμανικού χώρου. Οι συνθήκες του 1815 προσπάθησαν να επιτύχουν την απόλυτη ισορροπία εντός της Ευρώπης κυρίως μέσω της ισχυροποίησης της Πρωσίας ως αντίβαρο στις αυστριακές και γαλλικές επιδιώξεις επί της Γερμανίας.

Βρισκόμαστε λοιπόν ήδη στον 19ο αιώνα. Η Πρωσία είναι από τους μεγάλους κερδισμένους των Ναπολεόντειων πολέμων έχοντας κερδίσει σημαντικές κτήσεις στη γερμανική Ρηνανία. Οι κτήσεις τους όμως είναι διάσπαρτες και γενικά ανάμεσα στις δυτικές και ανατολικές επαρχίες τους παρεμβάλλονται αρκετά άλλα κρατίδια. Οι δυτικές επαρχίες βασίζονται στη μεταποίηση αγαθών ενώ οι ανατολικές είναι έντονα αγροτικές – φεουδαρχικές. Τα υπόλοιπα γερμανικά κρατίδια είναι, δικαιολογημένα, έντονα καχύποπτα απέναντι στον πρωσικό επεκτατισμό. Ας μην ξεχνάμε ότι η Πρωσία εθεωρείτο μια τρίτης κατηγορίας δύναμη στο γερμανικό χώρο μετά τη συνθήκη του 1648, έρμαιο των ορέξεων μεγαλύτερων γειτόνων της. Υπό την ηγεσία πεφωτισμένων μοναρχών (Φρειδερίκος ο Μεγάλος Εκλέκτορας, Φρειδερίκος ο Μέγας) κατόρθωσε να αυξήσει εντυπωσιακά την επικράτεια της και να καταστεί μια μεγάλη και υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη.

Εντός αυτού του πλαισίου, η οικονομική ανάπτυξη και η διακίνηση προϊόντων εντός της Γερμανίας ήταν προβληματική. Η Πρωσία αντιμετώπιζε τρία στρατηγικής φύσεως ερωτήματα: α) πως θα επεκταθεί περεταίρω, β) πως θα καταστεί ηγέτιδα δύναμη του γερμανικού χώρου και γ) πως θα αναπτυχθεί οικονομικά. Η απάντηση δόθηκε μέσω της τελωνιακής ένωσης (Zollverein). Μέσα σε 30 χρόνια η Πρωσία πέτυχε την οικονομική συνένωση της Γερμανίας, την εκδίωξη ανεπιθύμητης επιρροής ξένων δυνάμεων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία) και την εκρηκτική βιομηχανική ανάπτυξη που στηρίχθηκε στα πλούσια κοιτάσματα άνθρακα των δυτικών επαρχιών της. Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι μόνο τυχαία δεν ήταν η ονοματοδοσία του συγκεκριμένου ορυχείου. Το μόνο που απέμενε ήταν η πολιτική ένωση η οποία επιτεύχθηκε μέσω διαδοχικών πολεμικών αναμετρήσεων, πρώτα εις βάρος της Αυστρίας (1866) και κατόπιν με θύμα τη Γαλλία (1870 – 1871). Υπό το βάρος της εξωτερικής απειλής (Αυστρία, Γαλλία) τα γερμανικά κρατίδια υποχρεώθηκαν πρώτα να αναγνωρίσουν την πρωτοκαθεδρία της Πρωσίας επί στρατιωτικών θεμάτων και στη συνέχεια την πολιτική ένωση μέσω της σύστασης του δεύτερου ράιχ. Το στέμμα του αυτοκράτορα προσφέρθηκε στον βασιλέα της Πρωσίας η οποία de facto πέτυχε την ενοποίηση της Γερμανίας.

Η ιστορία της Γερμανίας μετά το 1871 υπήρξε συνυφασμένη με τις προσπάθειες επίτευξης ηγεμονίας μέσω στρατιωτικής ισχύος αγνοώντας τους περιορισμούς του διεθνούς συστήματος. Κατά την προσπάθεια ένωσης του γερμανικού χώρου τον 19ο αιώνα, η Πρωσία ευτύχησε να διαθέτει έναν ηγέτη του διαμετρήματος του Βίσμαρκ ο οποίος με συστηματικό τρόπο κατόρθωσε να τιθασεύσει και να βελτιστοποιήσει την πρωσική ισχύ λαμβάνοντας πάντα υπόψη τους περιορισμούς του διεθνούς συστήματος. Οι διάδοχοι του δεν διέθεταν την πνευματική του οξυδέρκεια με αποτέλεσμα τα μαθήματα της γερμανικής ενοποίησης (Zollverein) να ξεχαστούν. Όμως, μεταπολεμικά και ιδιαίτερα μετά την πτώση του τείχους βλέπουμε μια μεθοδική προσπάθεια της Γερμανίας να ηγηθεί του ευρωπαϊκού χώρου χρησιμοποιώντας θεσμικά και οικονομικά εργαλεία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα το 1950. Σταδιακά απέκτησε όργανα διακυβέρνησης τα οποία μοιάζουν εκπληκτικά με αυτά της Γερμανίας. Το Ευρωκοινοβούλιο είναι η κάτω βουλή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μόνιμων αντιπροσώπων είναι η άνω βουλή. Για τις χώρες της ευρωζώνης υπάρχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η οποία εδρεύει στη Φρανκφούρτη και λειτουργεί καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της γερμανικής κεντρικής τράπεζας. Η κρίση χρέους αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για περεταίρω ενοποίηση η οποία πιθανότατα θα συνεχιστεί μέσω θεσμοθέτησης ενιαίου ευρωπαϊκού χρέους και θα ολοκληρωθεί με την πολιτική ένωση στα πρότυπα της γερμανικής ομοσπονδίας. Οι ομοιότητες με το ιστορικό παρελθόν είναι πολλές και έντονες για να αγνοηθούν. Η Γερμανία εφαρμόζει δοκιμασμένη συνταγή του παρελθόντος προκειμένου να επιτύχει την ηγεμονία του ευρωπαϊκού χώρου. Λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του εγχειρήματος ίσως η ευρωπαϊκή ενοποίηση καθυστερήσει περισσότερο από τη γερμανική (1833 – 1871). Η γερμανική ενοποίηση πραγματοποιήθηκε επί κρατών τα οποία ομιλούσαν την ίδια γλώσσα και μετά από κάποιο σημείο, θεωρούσαν ότι είχαν κοινούς στόχους. Παρά τις όποιες δυσκολίες του εγχειρήματος όμως οι ενδείξεις είναι εδώ: ήδη έχει αφαιρεθεί η νομισματική πολιτική από τα κράτη μέλη του ευρώ, δυνάμεις αντίθετες ως προς το εγχείρημα (Βρετανία) έχουν τεθεί στο περιθώριο των εξελίξεων ενώ για τις χώρες του μνημονίου έχει αφαιρεθεί και η δημοσιονομική πολιτική. Το επόμενο λογικό βήμα είναι η ενοποίηση του χρέους και κατόπιν ένα «ευρωπαϊκό» υπουργείο οικονομικών. Από εκείνο το σημείο, δεν απαιτείται κάποιο ιδιαίτερο άλμα φαντασίας για τον μετασχηματισμό των οργάνων της ευρωπαϊκής ένωσης σε όργανα διακυβέρνησης μιας συνομοσπονδίας. Τα κράτη μέλη θα διατηρήσουν τις εθνικές κυβερνήσεις τους με τις όποιες ιδιαιτερότητες τους (όπως π.χ. η αυτονομία που απολαμβάνει η Βαυαρία εντός της Γερμανίας) ενώ σταδιακά η εξωτερική και οικονομική πολιτική θα περάσουν σε κεντρικό επίπεδο.

Είναι αυτονόητο ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και ότι οι συνθήκες και ιδιαιτερότητες του παρελθόντος δεν ισχύουν απαραίτητα στις μέρες μας. Είναι όμως ιδιαίτερα χρήσιμη η γνώση γεγονότων του παρελθόντος αφού έτσι μπορούμε να προβούμε σε καλύτερη εκτίμηση καταστάσεων του σήμερα και έτσι να λάβουμε τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις με βάση το εθνικό μας συμφέρον.                 

30 Σεπ 2013

Το Φαινόμενο της Χρυσής Αυγής

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε είχαμε τη σύλληψη της ηγετικής ομάδας της χρυσής αυγής με κύρια κατηγορία ανάμεσα σε πολλές άλλες, της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης. Είναι πράγματι ένα σημαντικό βήμα προστασίας της ελληνικής δημοκρατίας ενάντια στο φαινόμενο του νεοναζισμού, πλην όμως αυτό το βήμα θα πρέπει να έχει και συνέχεια. Θα πρέπει ως κοινωνία να αναρωτηθούμε πως φθάσαμε ως εδώ και πως μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα σε μόνιμη βάση. Σε κάθε περίπτωση, τώρα δεν είναι η ώρα για πανηγυρισμούς αλλά για περίσκεψη και δράση. Να θυμίσουμε ότι ο Αδόλφος Χίτλερ φυλακίστηκε για το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1923 στο Μόναχο. Τη δεκαετία του 1920 οι εθνικοσοσιαλιστές θεωρούνταν γραφικοί και αμελητέα δύναμη, αλλά αυτό ήταν κάτι που άλλαξε πολύ γρήγορα. Συλλαμβάνοντας την ηγετική ομάδα αλλά μη θεραπεύοντας τις ρίζες του κακού απλά αγοράζουμε χρόνο μέχρι την επανεμφάνιση του προβλήματος σε νέα, μεταλλαγμένη και πιο επικίνδυνη εκδοχή.

Το φαινόμενο της χρυσής αυγής μας οδηγεί σε ορισμένες ανησυχητικές διαπιστώσεις και ερωτήματα. Ας δούμε αναλυτικά μερικά από αυτά:

  1. Ανησυχητική διείσδυση και απήχηση εντός των σωμάτων ασφαλείας

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις καταδεικνύουν μια ανησυχητική διάβρωση των σωμάτων ασφαλείας (κυρίως της αστυνομίας). Παρουσιάστηκαν περιπτώσεις όπου η αστυνομία είτε, στην καλύτερη περίπτωση, ανέχτηκε τις δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής είτε, στη χειρότερη, παρείχε υποστήριξη και πληροφορίες. Ορισμένοι κύκλοι εντός της αστυνομίας ίσως να θεώρησαν ότι η χρυσή αυγή αποτελεί ένα χρήσιμο σύμμαχο για τον έλεγχο (γκετοποίηση) των λαθρομεταναστών ή ως αντίβαρο αναρχικών αριστεριστών. Το πλέον δύσοσμο στοιχείο όμως είναι η ιδεολογική ταύτιση μελών των σωμάτων ασφαλείας (ιδιαίτερα των μονάδων αποκατάστασης της τάξης) με την πρακτική της βίας που ευαγγελίζεται η χρυσή αυγή. Δείγματα αυτής της τάσης είχαν διαφανεί στις τελευταίες εκλογές, όπου σε εκλογικά τμήματα του κέντρου των Αθηνών όπου ψηφίζει μεγάλος αριθμός αστυνομικών, η χρυσή αυγή είχε παρουσιάσει εντυπωσιακά ποσοστά. Γενικότερα είναι εσφαλμένη η τακτική της ελληνικής αστυνομίας στον τομέα της αποκατάστασης τάξης αφού δίνεται βαρύτητα στη χρήση χημικών και στη σωματική βία, ενώ προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η πρόληψη (χρήση έφιππων αστυνομικών, αστυνομικών σκύλων, αντλίες νερού κλπ) και ο εκφοβισμός προκειμένου να αποτραπεί η διασάλευση της τάξης εξ’ αρχής.

  1. Δημιουργία παραστρατιωτικής οργάνωσης και υποκατάσταση λειτουργιών του κράτους

Η φράση «…τώρα θα δείτε τι θα πάθετε, θα φωνάξω τη χρυσή αυγή…» μπορεί να ακούγεται αστεία αλλά δείχνει το μέγεθος της αποσάθρωσης της κρατικής μηχανής. Το κράτος για να λειτουργήσει πρέπει να έχει το μονοπώλιο άσκησης βίας. Όταν άλλοι οργανισμοί εντός της κρατικής οντότητας αρχίζουν να αμφισβητούν αυτό το μονοπώλιο τότε εμφανίζονται προβλήματα. Ιστορικά, ένας από τους κυριότερους λόγους ανόδου των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία υπήρξε η υπόσχεση επιβολής τάξης και ασφάλειας και η διάθεση κατάλληλων μέσων προς αυτό. Η απόλυτη αποτυχία της κρατικής μηχανής, να ελέγξει το φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης και της συνακόλουθης παραβατικότητας προσέφερε πεδίο δόξης λαμπρό στα τάγματα ασφαλείας της χρυσής αυγής που υποκατέστησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο καίριες λειτουργίες του κράτους. Στην ουσία, το ίδιο το κράτος υπέσκαψε τα θεμέλια του ανεχόμενο τη χρυσή αυγή να δρα ως υπεργολάβος παροχής ασφάλειας. Από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα προβλήματα η χρυσή αυγή είχε αποκτήσει τη φήμη, αν όχι και την έννοια στην πράξη, του καταφυγίου τελευταίας επιλογής. Πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για τη δημοκρατία μας.

  1. Η Ελληνική κοινωνία είναι απαθής και ανέχεται τη βία από όπου και αν αυτή προέρχεται.

Δυστυχώς αυτή είναι και η πιο λυπηρή διαπίστωση. Η χρυσή αυγή δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Η ελληνική κοινωνία είναι ανώριμη και θεωρεί τη βία ως μέσο επίλυσης των προβλημάτων που η φτωχή διαλεκτική της ικανότητα αδυνατεί να επιλύσει. Τι εννοώ: είσαι αντίπαλη ομάδα; θα σε δείρουμε. Είσαι μέλος αντίπαλης κομματικής νεολαίας; θα σε δείρουμε. Είσαι έγχρωμος πακιστανός/κινέζος/αθίγγανος/μαύρος/αλβανός; Θα σε δείρουμε. Διεκδικούμε οτιδήποτε; Θα καταλάβουμε ή θα καταστρέψουμε δια της βίας δημόσια περιουσία προκειμένου να επιτύχουμε το αίτημα μας όποιο και αν είναι αυτό. Θα επιβάλουμε τις θέσεις μας μέσω εκβιαστικών διλλημάτων. Ας μη γελιόμαστε: είναι απίστευτος ο βαθμός στον οποίο η κοινωνία μας καταφεύγει στη χρήση βίας, όχι απαραίτητα υπό τη μορφή ξυλοδαρμού, προκειμένου να επιλύσει οποιοδήποτε πρόβλημα προκύπτει. Η μανιχαϊστική προσέγγιση πολλών από εμάς, δηλαδή αν δεν είσαι μαζί μου είσαι εναντίον μου, αναπόφευκτα αποτελεί κοιτίδα επώασης της βίας. Όμως στη φύση και κατ’ επέκταση στην κοινωνία τα προβλήματα είναι πάντα πολυσύνθετα και ποτέ δεν ακλουθούν το δίπολο άσπρο – μαύρο. Όσο πιο ώριμη είναι μια κοινωνία, όσο περισσότερο τα μέλη της αποτελούνται από σκεπτόμενους κριτικά πολίτες, τόσο περισσότερο ανθεί ο διάλογος και η διαπραγμάτευση με ορθολογικούς όρους.

  1. Το ελληνικό σύστημα διακυβέρνησης νοσεί βαρύτατα

Ιστορικά, από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους η διακυβέρνηση της χώρας είναι στρεβλή σε κάθε έκφανση της. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει μετέλθει των απαραίτητων μετασχηματισμών προκειμένου να αποκτήσει την έννοια του συνόλου. Οι πολίτες δεν διαθέτουν την ωριμότητα να αντιληφθούν ότι το προσωπικό τους όφελος μεγιστοποιείται μέσα από την βελτίωση της συνολικής ωφέλειας. Αντ’ αυτού, οι πολίτες αντιμετωπίζουν το κράτος με καχυποψία και την κρατική εξουσία με φόβο. Το κράτος από πλευράς του αντιμετωπίζει τους πολίτες συλλήβδην ως ένοχους και εξαντλεί την αυστηρότητα του επί δικαίων και αδίκων (συνηθέστερα επί αδίκων). Αυτό οδηγεί τους πολίτες να επιθυμούν εκούσια ή ακούσια να καρπωθούν τα μέγιστα δυνατά οφέλη από το ταμείο του συνόλου αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Η επιθυμία αυτή οδήγησε στη δημιουργία ενός παρασιτικού – πελατειακού πολιτικού συστήματος το οποίο προκειμένου να ανέλθει στην εξουσία υποσχόταν τα πάντα. Όσο η πυραμίδα (Ponzi scheme) της ελληνικής οικονομίας ανθούσε και το δανεικό χρήμα μοιραζόταν αφειδώς, το φαινόμενο της χρυσής αυγής καλυπτόταν κάτω από το μανδύα της γραφικότητας. Όταν όμως το πελατειακό σύστημα κατέρρευσε υπό των βάρος των υποσχέσεων που είχε μοιράσει και που δεν μπορούσαν πλέον να εκπληρωθούν, οι πολίτες επαναστάτησαν. Διότι πλέον, δεν υπήρχε η έννοια του δούνε και λαβείν αλλά και οι πολιτικοί δεν ήξεραν πώς να πολιτευτούν χωρίς να δημαγωγούν και να υπόσχονται. Όταν λοιπόν υπάρχει έλλειμμα ορθού λόγου και επιχειρημάτων τότε ανθούν άλλες καταστάσεις. Η χρυσή αυγή δε γεννήθηκε από την όποια οικονομική κρίση. Η οικονομική κρίση αποτελεί αφορμή και τροφή για τη μεγέθυνση της αλλά όχι γενεσιουργό αιτία. Η σαθρότητα του διακυβερνητικού μοντέλου της χώρας σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη ανοχή μειοψηφιών που επιβάλλονται δια της βίας είναι οι βασικές αιτίες που οδήγησαν στην άνοδο της. Το πολιτικό σύστημα μέχρι και τη δωδέκατη ώρα έπαιζε το παραδοσιακό πελατειακό παιχνίδι διάχυσης ευθυνών και ανεδαφικών υποσχέσεων. Αυτό οδηγούσε στην ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση του στα μάτια των πολιτών οι οποίοι με τη σειρά τους κατέφυγαν στη χρυσή αυγή ως μέσο τιμωρίας του πολιτικού συστήματος. Η χρυσή αυγή έθελξε τις μάζες μέσω του τιμωριτικού της λόγου και όχι διότι προσέφερε κάποια λογική λύση εξόδου από την κρίση. Η λογική που επικράτησε είναι ότι «εγώ καταστράφηκα από τα ψέματα σας και τώρα θα ψηφίσω χρυσή αυγή για να σας τιμωρήσει». Και μόνο τα χαιρέκακα σχόλια που ακολούθησαν του ξυλοδαρμού της κυρίας Κανέλλη από τον κύριο Κασιδιάρη αποτελούν σαφή ένδειξη της συλλογιστικής των ψηφοφόρων. Αγνοεί φυσικά ο ψηφοφόρος – πολίτης τις συνέπειες των δικών του πράξεων και παραλήψεων. Γνωρίζει ο πολίτης – ψηφοφόρος άριστα τα δικαιώματα του και καθόλου τις υποχρεώσεις του. Η πολιτική ηγεσία μιας κοινωνίας αποτελεί καθρέφτη της ίδιας. Αυτοί οι άνθρωποι που μας διοίκησαν και μας διοικούν είναι κομμάτι μας. Δεν είναι ουρανοκατέβατοι και εμείς ως σκεπτόμενοι πολίτες τους ψηφίσαμε. Τους ψηφίσαμε όμως γιατί μας έταξαν κάτι σε βάρος του συνόλου και όχι για τις ιδέες τους ή τις προτάσεις τους. Τώρα που αυτό που μας έταξαν χάθηκε αντιδρούμε και μέσα στην ανωριμότητα μας καταφεύγουμε σε αυτόν που θα βλάψει κατ’ εμάς το πολιτικό σύστημα. Ένα πολιτικό σύστημα που, επαναλαμβάνω, εμείς ψηφίσαμε και επιλέξαμε.

Η σύλληψη της ηγετικής ομάδας της χρυσής αυγής είναι οπωσδήποτε ένα καλό νέο αλλά θα πρέπει να ακολουθήσουν και άλλα βήματα. Θα πρέπει το κράτος από εδώ και στο εξής να είναι το ίδιο άτεγκτο στην εφαρμογή του νόμου προς όλες τις κατευθύνσεις και όχι να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Αυτό σημαίνει ότι το πολιτικό δυναμικό της χώρας επιβάλλεται να κάνει την αυτοκάθαρση του. Η ηγεσία προκειμένου να είναι αξιόπιστη οφείλει να δρα παραδειγματικά και όχι κατά περίπτωση. Θα πρέπει ο πολίτης να αποκτήσει το περί δικαίου αίσθημα, ότι το κράτος αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ισόνομα και όχι να αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει αλλού για να βρει δικαίωση. Θα πρέπει να παταχθεί η βία από όπου και αν προέρχεται. Η άσκηση δικαιωμάτων είναι θεμιτή αλλά πρέπει να σταματάει εκεί όπου αρχίζουν τα δικαιώματα του άλλου. Η καταχρηστική απεργία είναι βία. Η κατάληψη και καταστροφή δημόσιας περιουσίας είναι βία. Το κλείσιμο ενός δημόσιου δρόμου είναι βία. Οι ξυλοδαρμοί στα γήπεδα είναι βία. Το κατέβασμα του διακόπτη της ΔΕΗ είναι βία. Δεν υπάρχει δικαιολογημένη και αδικαιολόγητη βία. Όσο περισσότερο καταφεύγουμε σε αυτή τόσο περισσότερο εθίζονται και αναισθητοποιούνται οι πολίτες ως προς αυτή. Η βία γεννάει βία μέχρι να φτάσει στο σημείο της αυτοκαταστροφής της.

Τέλος, θα πρέπει όλοι μας σε ατομικό επίπεδο να κάνουμε ότι μπορούμε για το κοινό καλό χωρίς κάποιος να μας το επιβάλλει. Αν όλοι προσπαθήσουμε για την καλυτέρευση του συνόλου, τότε φαινόμενα όπως αυτό της χρυσής αυγής θα τεθούν από μόνα τους στο περιθώριο. Θα πρέπει όσο μπορούμε να διαβάσουμε, να μάθουμε τις αιτίες των πραγμάτων και γιατί αυτά συμβαίνουν και όχι να καταφεύγουμε στη δημαγωγία, την ημιμάθεια και τις θεωρίες συνομωσίας. Ποιοι  ανέχτηκαν την ατιμώρητη άνοδο της χρυσής αυγής; Ποιοί ωφελούνται από την παρουσία της; Ποιοι ωφελούνται από τη θεαματική, πλην όμως επιφανειακή και επικοινωνιακή σύλληψη της ηγεσίας της; Ποία τα αίτια; Απαντώντας όλα αυτά με ορθολογικά επιχειρήματα μπορούμε να προσεγγίσουμε τη λύση του προβλήματος. Με σπασμωδικές, πυροσβεστικές ενέργειες απλά μεταθέτουμε το  πρόβλημα για το μέλλον. Και όταν το πρόβλημα επιστρέψει θα είναι πολύ πιο δύσκολη η αντιμετώπιση του.      

13 Σεπ 2013

Syria and the resurfacing of the Eastern Question

The ongoing civil war in Syria brings to focus the 19th century Eastern Question albeit in a different setting. Then, we had the scramble of the Great Powers over the carcass of what once was the might Ottoman Empire. The vacuum created by the “sick man of Europe” led to all kinds of destabilizing crisis both in the Balkans and in the Middle East, until finally the First World War erupted sparked by “a silly thing in the Balkans” as Bismarck had prophesized. In a more recent light of historical events, the Middle East had been stabilized post World War Two along cold war lines; on one hand we had Israel and US backed Arabic monarchies and on the other hand we had Soviet backed secular “republics” (read dictatorships). Things would occasionally flare up but everything was kept under strict control. Then, after the Yom Kippur war in 1973, the Egyptians threw in the towel and switched sides; from a Soviet bastion in the Middle East they transformed themselves to one of the staunchest US allies. That left Syria rather isolated but everyone was happy with the result. From Morocco to Iran, every nation had a stable pro-US dictatorship (or monarchy, take your pick). Exceptions such as Libya and Syria where in effect sidelined and contained. Even after the 1979 revolution in Iran the US quickly managed to stabilize and contain the situation by adhering to that age old maxim “my enemy’s enemy is my friend” (Iraq).

Everyone was happy with these arrangements; The USSR had its allies (Libya and Syria); the US had its allies (Israel, Egypt, Saudi Arabia, Jordan, Iraq). Iran was successfully contained and engaged by Iraq (under heavy sponsoring from the US). In 1990 Iraq got greedy and invaded Kuwait. Order was promptly restored and the then US administration opted to keep Saddam Hussein in power as a bulwark against Iranian pressures. The administration also came to the conclusion that there was no clear exit strategy or succession should Saddam be ousted from power. Some felt that this constituted unfinished business and that led to the catastrophic Gulf War round two. This sequel provides us with useful insights of what not to do when planning a military operation and in general shows us clearly what happens when the political objectives are out of touch with reality. Under various vague notions of protecting the world from grave danger (Weapons of Mass Destruction, WMD), of uprooting Al Qaeda terrorist cells (completely false accusation) and of promoting freedom and democracy in the Middle East a sovereign state was invaded. The military operations where naturally a cake walk, the end game though proved a different matter altogether. WMDs where never found although the US sponsored dictatorship did harbor and use them during the Iran – Iraq war in the 80s. Al Qaeda was never found to have cells in Iraq despite extensive use of torture (Abu Ghraib prison) which should have been a no-brainer in the first place; Iraq was a secular dictatorship where women enjoyed considerable rights. Baghdad even had a synagogue and there were Christian churches. Civil laws were used instead of the Islamic law practiced in Saudi Arabia. These are features to which Al Qaeda is entirely antithetical to and the assumed linkage between Saddam Hussein and Osama bin Laden is but a figment of imagination. As for those advocating democracy and freedom, the ensuing civil war between the various factions in Iraq proved how difficult it is to promote democracy to a society which hasn't gone through the necessary transformations in order to foster such a change. We also need to keep in mind that Iraq is an artificially created state where highly heterogeneous ethnic and religious groups coexisted uneasily under the tyranny of Saddam Hussein.

Moving fast forward, we stumble upon the events unfolding after the eruption of the “Arabic Spring”. Through seemingly unconnected events beginning with protests in Tunisia (December 2010) a chain reaction started which swept away the cold war secular dictatorships from the region. All of the regimes which fell where, in various degrees, within the US sphere of influence. The Obama administration decided that these cold war relics had overrun their usefulness and went so far as to military intervene in Libya and push Mubarak towards an inglorious exit. While it is certainly true that these regimes had been considerably eroded by decades in power, by extensive corruption and nepotism and by being completely out of touch with the needs of their people, it is also true that the US strategy concerning their succession was flawed. The current administration tried to do the “democratic winds of change” on the cheap without ground forces being involved and failed. Proof of this “change of heart” is the reinstating of a military dictatorship in Egypt, a crucial US ally in the Middle East. This is the price which has to be paid when you try to liberalize realist policy objectives. In Syria however, once again policy objectives are out of touch with reality. US policy has been undermined by conflicting and counterproductive objectives, by ignoring facts on the ground and by basing policy on hopes rather than facts. We find a shocking lack of a long term strategy and the similarities with Iraq are chilling. Again we have a tirade about WMDs, red lines being crossed (does this remind anyone of “smoking guns” as was the case in Iraq?) and the plight of innocent democratic citizens being brutalized by the regime. And I ask you here: since when did the US or any other Great Power for that matter give a damn about human rights violations, dictatorships trampling democratic rights, WMDs and so on? The question is of course rhetoric; these pretexts and beliefs (“the right to protect”) are being used as methods of creating external and internal legitimacy for the achievement of policy objectives. The thing is that these arguments in favor of a military intervention in Syria have rapidly grown stale. The people may have a short attention span and may be subjected to daily doses of propaganda by the mass media, but the fiasco of the Iraq invasion is historically too close to be forgotten. The basic problem with a military intervention in Syria is one of succession. That is, what will happen to the country once Assad has left the scene? Civil wars can be nasty affairs and intervening in one directly can be even nastier. Right now we have the Assad regime which is firmly reliant upon Iranian help in order to survive. Russia merely uses the Syrian problem in order to score some cheap diplomatic points against the US and not because they have any great love for Assad. Their interests would be somewhat hurt should he be gone because weapons customers are always good friends but other than that there is not much of critical strategic value for them there. In short, he’s a useful nuisance towards the US, a customer of their weapons and that’s about it. Should push come to shove, the Russians will not risk their necks offering direct or indirect military aid towards Syria. So, the US wants to depose Syria because they’re the key Iranian ally in the region. Should Assad be deposed what will become of Syria? Will Iranian influence wax or wane? Will there be order or chaos for years to come? Will it be a stable country or will it become a failed state like Iraq, a terrorist playground for all interested. How are US interests best served in the region? To whom the profits from a military intervention?


Syria is an artificial state just like Iraq is. Different ethnic and religious groups co-exist under an enforced minority dictatorship. Destabilizing the current regime will most certainly open Pandora’s Box. Even Israel is reluctant to see a regime change in Damascus under current circumstances. With Assad what they see is what they get; with a country in an endless civil war no one is in control. And power vacuums are very bad things when it comes to the relations between states. Israel (and any rational thinker for that matter) rightly believes that a destabilized Syria will increase Iranian influence in the region, not decrease it. Assad has every reason to behave rationally when it comes to limiting Iranian influence; he wants to survive so he keeps things under relative control and limit. Without a strong authority and a country descending into faction warfare how will anyone limit the influence of fanatics on all sides? Or does the US believe it can control the fanatics it currently uses as pawns in this civil war? The events in Lybia and Egypt suggest that Muslim fundamentalism is very difficult to control once left out of the box. And there is yet another question; how would a fragile world economy profit from violent fluctuations caused in oil and other markets by a military intervention in Syria? Military interventions are serious events and anyone thinking that a 3 day bombing campaign in Syria will make all problems magically vanish is simply being naïve. During World War Two, the US administration had been planning about the governance of post war Germany two years prior the fall of the Third Reich. Considerable thinking and resources had been poured into this project and the manpower involved was in the thousands. And in both Germany and Japan we’re talking about first world countries with homogenous populations and historical institutions to fall back upon. In Iraq, post war planning was left to about a hundred people (ORHA) with no resources or authority and minimal time to plan ahead. Iraq and Syria are artificial nations created in the twilight of European imperialism, without homogeneity or any common destiny or history of their populace. What does the US wish to achieve by intervening? What is the long term plan and strategy? What are the policy objectives? Personally, I believe that an intervention in Syria opens a very big can of worms leading to yet another failed state in the region. What will happen if all those alleged chemicals find their way towards Hezbollah and are then launched upon Israel via Lebanon? Assad is rational enough never to do such a thing, but should he fear his end is near what will stop him from spreading such weaponry indiscriminately? The military option towards Syria is being pursued in order to preserve the right of the United States to intervene anywhere in the world under liberal-Wilsonian pretexts without the formalities of the UN. I fear however that these Wilsonian pretexts are becoming a purpose in their own right instead of a means to an end. The specter of the Munich agreement (1938) is being used as justification for intervention without prior deliberation. The distortion of facts and the absence of rational policy objectives are much more damaging in the long term than any preemptive intervention.