21 Μαΐ 2012

“The lamps are going out all over Europe. We shall not see them lit again in our time”


“The lamps are going out all over Europe. We shall not see them lit again in our time”[1]

Ο Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανίας (1862 – 1890) και εκφραστής στην πράξη του Realpolitik, είχε διατυπώσει την άποψη ότι αν συμβεί ένας πόλεμος στην Ευρώπη αυτό θα οφείλεται σε κάποιο τυχαίο γεγονός (silly thing) στα Βαλκάνια. Πράγματι, o Bismarck υπήρξε προφητικός αφού ένα τυχαίο γεγονός (δολοφονία του διαδόχου του Αυστριακού θρόνου) υπήρξε η αφορμή για την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, του πρώτου ολοκληρωτικού πολέμου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Bismarck βέβαια υπήρξε αδιαμφισβήτητα ηγέτης μεγάλου βεληνεκούς και είχε την ικανότητα και τη διορατικότητα να διατηρεί σε ισορροπία τους συσχετισμούς ισχύος στην Ευρώπη. Δυστυχώς στις μέρες μας, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο παρατηρείται εντυπωσιακό έλλειμμα ηγεσίας, πράγμα το οποίο μπορεί να αποβεί καταλυτικό τόσο ως προς τη συχνότητα εμφάνισης ιστορικών ατυχημάτων, όσο και ως προς τη διαχείριση τους. Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος εκκίνησε πράγματι από ένα τυχαίο γεγονός, σε μεγάλο βαθμό και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ηγεσίες τις εποχής απεδείχθησαν πολύ κατώτερες των περιστάσεων και δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν επιτυχώς μια τέτοια κρίση. Στα της Ελλάδος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε ένα σπάνιο για τον ίδιο συμβάν εσφαλμένης κρίσης, ενδίδει στις πιέσεις του λαϊκού φιλοβασιλικού κόμματος (βλέπε συνεχείς πιέσεις Σαμαρά για εκλογές) και προκηρύσσει εκλογές το 1920 βέβαιος ότι θα τις κερδίσει. Οι αντίπαλοι του, δημαγωγικά υποσχόμενοι άμεσο τερματισμό των πολεμικών επιχειρήσεων (βλέπε απαγκίστρωση από το μνημόνιο), κατορθώνουν να κερδίσουν στις εκλογές τον θριαμβευτή των Σεβρών. Οι πολεμικές επιχειρήσεις όχι μόνο δεν τερματίζονται, αλλά συνεχίζονται με αμείωτη ένταση μέχρι την τελική κατάρρευση και την Μικρασιατική καταστροφή.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τη λογική του καρμπόν, η ιστορική όμως ακολουθία μπορεί να μας δώσει μια εικόνα για το πώς μπορούν να εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον πάντοτε υπό το πρίσμα των εκάστοτε συνθηκών. Όταν είσαι ηγέτης (ή εν δυνάμει ηγέτης) ενός κράτους, οφείλεις με νηφαλιότητα και ρεαλισμό να προσεγγίζεις τα γεγονότα και να λαμβάνεις αποφάσεις χωρίς την ανάληψη περιττού ρίσκου (risk averse behavior). Η ανάληψη ρίσκου φέρνει φόβο και αβεβαιότητα, δύο παράγοντες οι οποίοι καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων και τη διαχείριση κρίσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και φόβου, επιβάλλονται κινήσεις ηρεμίας, κατευνασμού των παθών και ενίσχυσης των φορτίων ισχύος της κρατικής οντότητας. Ειδικά δε για μια μικρή δύναμη όπως η Ελλάδα, η οποία είναι πολύ πιο ευάλωτη σε τυχαία εξωγενή γεγονότα, επιβάλλεται μια κατά το δυνατόν ρεαλιστική και ψύχραιμη προσέγγιση των πραγμάτων.

Δυστυχώς για άλλη μια φορά οι πολίτες της χώρας ψήφισαν με βάση το θυμό που νιώθουν για όλα αυτά τα ανεξέλεγκτα γεγονότα τα οποία τους συνθλίβουν με ολοένα και αυξανόμενη ένταση. Οι ψηφοφόροι επέλεξαν για άλλη μια φορά την άκοπη δημαγωγία και την ανεύθυνη ελπίδα που ορισμένοι εν δυνάμει ηγέτες σκόρπισαν αφειδώς κατά την προεκλογική περίοδο. Αλλά και αυτοί που διαχειρίστηκαν τις τύχες μας από την μεταπολίτευση και ύστερα φάνηκαν εγκληματικά κατώτεροι των περιστάσεων συρόμενοι ουσιαστικά από κρίση σε κρίση και από λάθος σε λάθος. Παρότι αποτελεί θλιβερή διαπίστωση το τραγικό έλλειμμα ηγεσίας, εντούτοις έστω και την ύστατη ώρα είναι ανάγκη να κινηθεί η χώρα με βάση ορισμένες ρεαλιστικές βεβαιότητες. Το ποιός ηγέτης θα κατευθύνει τη χώρα σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς αποτελεί πράγματι δυσεπίλυτο πρόβλημα, ίσως όμως έχει ωριμάσει η ώρα και εμείς οι πολίτες να απαιτήσουμε από τους ηγέτες μας να κινηθούν εντός ρεαλιστικών πλαισίων.

Ως γνωστόν, η φύση απεχθάνεται τις ανισορροπίες και φροντίζει πάντοτε να τις αποκαθιστά. Όσο πιο μεγάλη η ανισορροπία, τόσο πιο βίαιο γεγονός είναι η αποκατάσταση της. Η ίδια παραδοχή ισχύει και στην οικονομική επιστήμη. Οι κρίσεις δεν είναι τίποτα άλλο από την αποκατάσταση μιας οικονομικής ανισορροπίας. Η περίπτωση της Ελλάδος δεν διαφέρει από αυτό τον κανόνα. Μια προστατευτικού τύπου κρατική οικονομία (1974) εισέρχεται σε έναν συνεταιρισμό κρατών (1981) όπου επιβάλλεται η πτώση των προστατευτικών τειχών. Η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα αναβάλλεται επ’ αόριστον εξαιτίας του νέου “Eldorado” των κοινοτικών κονδυλίων. Η παραγωγή αποσαρθρώνεται και ο έλληνας ενστερνίζεται τη νοοτροπία ότι μπορεί με λίγο ή καθόλου κόπο, με μια έξυπνη ιδέα να εργάζεται λίγο και να εισπράττει πολλά. Προσοχή, δε σημαίνει ότι αυτό συνέβη για όλους, ούτε ότι όλοι ξαφνικά έγιναν τεμπέληδες. Απλά, πέρασε ύπουλα η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας. Με οικονομικούς όρους, η πλήρης στρέβλωση του συστήματος αξιών και κινήτρων της κοινωνίας αποσάρθρωσε την παραγωγική ικανότητα των ελλήνων. Τα προβλήματα κρύβονταν εντέχνως κάτω από το χαλί με τη διακριτική διολίσθηση της δραχμής και με τον ολοένα και αυξανόμενο εξωτερικό δανεισμό. Η κορύφωση του δράματος και η αρχή του τέλους, ήρθε με την είσοδο της χώρας μας στο Ευρώ. Το Ευρώ αποτελεί ουσιαστικά ένα οικονομικό παράδοξο: είναι ένα νόμισμα το οποίο έχει προηγηθεί μιας πολιτικής ένωσης ή αν θέλετε, έχει χρησιμοποιηθεί ως όχημα ομοσπονδοποίησης της Ευρώπης. Το Ευρώ εξ’ αρχής αποτελούσε ένα νόμισμα κομμένο και ραμμένο στα οικονομικά μέτρα της εξαγωγικής γερμανικής οικονομίας: σταθερότητα και έλεγχος του πληθωρισμού προκειμένου να μην υπάρχουν εκπλήξεις στην παραγωγή. Ως εκ τούτου και από τη στιγμή που δεν υπάρχουν μηχανισμοί οικονομικής εξισορρόπησης εντός της ζώνης του Ευρώ, η πορεία της κάθε χώρας εντός του εξαρτάται από το πόσο καλά μπορεί να ανταγωνιστεί τη γερμανική παραγωγικότητα. Ένα άλλο θανάσιμο ελάττωμα του Ευρώ, το οποίο κορυφαίοι οικονομολόγοι είχαν διαγνώσει πριν την υιοθέτηση του (εκτεταμένη επιστημονική βιβλιογραφία αναπτύχθηκε επί του θέματος τη δεκαετία του 90, βιβλιογραφία σαφέστατα σε γνώση των εδώ κυβερνώντων) αποτελεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αγοραστής εκτάκτου ανάγκης (lender of last resort) με την έκδοση νέου χρήματος. Κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από την ιδρυτική συνθήκη της και φυσικά είναι κάτι που οι γερμανοί πεισματικά αρνούνται να δεχθούν, αφού εκτός των άλλων, αντίκειται στα εθνικά τους συμφέροντα. Έτσι, αν δεχθούμε ότι η Ελλάδα εισήλθε με δείκτη κόστους προς παραγωγικότητα το 100 2001, το 2009 αυτός ο δείκτης είχε φθάσει το 129, ενώ ο αντίστοιχος γερμανικός δείκτης βρίσκεται στο 78. Τι έχει συμβεί; στην Ελλάδα υπήρξε ανεξέλεγκτη αύξηση των μισθών, ιδιαίτερα του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα συμπαρασύροντας τιμές και αμοιβές του ιδιωτικού τομέα προς τα πάνω. Αυτό έκανε λιγότερο ελκυστικά τα ελληνικά προϊόντα με αποτέλεσμα να ανοίξει περεταίρω το εμπορικό έλλειμμα της χώρας. Η ελληνική οικονομία είχε φθάσει σε πολύ μεγάλο ποσοστό (~76%) να κινείται από κατανάλωση εισαγόμενων κυρίως αγαθών τα οποία αγοράζονταν με δανεικά. Αυτό δημιούργησε μια τεράστια οικονομική ανισορροπία, η βασική αιτία της οποίας υπήρξε οι συστηματικά μεγαλύτερες δαπάνες σε σχέση με τα έσοδα και οι συστηματικά μεγαλύτερες εισαγωγές σε σχέση με τις εξαγωγές. Βασική οικονομική αρχή αποτελεί το γεγονός ότι αν οποιοσδήποτε, άτομο, νοικοκυριό, επιχείρηση, ξοδεύουν παραπάνω από αυτά που βγάζουν, νομοτελειακά θα χρεοκοπήσουν. Η ίδια ακριβώς αρχή ισχύει και για κράτη, μόνο που τα τεράστια μεγέθη τους μας κάνουν να αμφισβητούμε ότι μπορεί ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο.

Στην Ελλάδα, ένα εξωγενές οικονομικό γεγονός αποκάλυψε το πρόβλημα και στη συνέχεια οδήγησε στην έκρηξη του. Πληθώρα λανθασμένων επιλογών της ηγεσίας απλούστατα όξυναν ένα ήδη υπαρκτό πρόβλημα. Βρισκόμαστε στη φάση αποκατάστασης της ισορροπίας και πάντοτε οι περίοδοι μετάβασης και προσαρμογής προκαλούν επώδυνες αναταραχές. Πως μπορούμε λοιπόν να βοηθήσουμε στην αποκατάσταση της ισορροπίας; Πρώτα από όλα πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Το πώς θα φθάσει η χώρα στο μακροπρόθεσμο σημείο ισορροπίας δεν εξαρτάται από το τι χρήμα θα χρησιμοποιήσει (monetary neutrality) αφού το χρήμα είναι το μέσο και δεν παράγει πλούτο. Αυτό το οποίο όμως έχει διαφορά είναι η ταχύτητα προσαρμογής και η αβεβαιότητα. Με τη δραχμή η μετάβαση ίσως γίνει πιο γρήγορα αλλά κάτι τέτοιο ενέχει τεράστια αβεβαιότητα και κινδύνους τέτοιους που να καθιστούν τις ζημιές περισσότερες από τα όποια οφέλη. Με το Ευρώ θα μεταβούμε στο ίδιο σημείο με λιγότερες αβεβαιότητες και ίσως μπορέσουμε να επωφεληθούμε από μελλοντικές προσπάθειες συνολικής επίλυσης της κρίσης χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται νηφαλιότητα, ρεαλισμός και σωστή εκτίμηση των πληροφοριών που δεχόμαστε από το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται η χώρα. Επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά: μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και όποιος υπόσχεται καλύτερες μέρες σε 6 μήνες, σε ένα χρόνο ή ακόμα και από την επόμενη των εκλογών, απλά ψεύδεται, είτε για ιδιοτελής σκοπούς είτε από άγνοια. Η Ελλάδα έφθασε εδώ που έφθασε σε μεγάλο βαθμό και εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι συλλογικά αρνηθήκαμε να αποδεχθούμε την πραγματικότητα (to face facts). Μέρος της λύσης αποτελεί και η νηφάλια εκτίμηση των γεγονότων εκ μέρους των πολιτών, η αναζήτηση της πηγής. Σε τελική ανάλυση ας απαντήσουμε ο καθένας για τον εαυτό του, ποιος ωφελείται και ποιος χάνει από αυτό που του προτείνουν.


[1] Ειπώθηκε από τον Edward Gray, Υπουργό Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (1905 – 1916) κατά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.